Ο Τζόκερ και ο Γιάνης

Χρήστος Λάσκος*

   Ο «Τζόκερ» είναι, χωρίς αμφιβολία, μια εκπληκτική ταινία. Κινηματογράφος πολύ υψηλών προδιαγραφών και μια πολιτική ματιά, συνεκτική και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

τοξική ατμόσφαιρα, που παράγει τόσο γυμνασιάρχας του ’50 όσο και κανίβαλους σε ένδοξα χωριά, που πετροβολούν λεωφορεία με πρόσφυγες.

Η γελοιοποίηση είναι τόσο προφανής, που ο «βρόμικος Χάρι» του ΠΡΟ.ΠΟ. –αυτός που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του σε ζητήματα νομιμότητος– δήλωσε πολιτική ανυπακοή, προαναγγέλλοντας πως θα πάει ο ίδιος τον δεκαπεντάχρονο γιο του στον Τζόκερ. Το 'κανε, δεν το 'κανε, ποιος ξέρει; Ο Σκάι, πάντως, δεν ανέφερε κάτι σχετικά.

Ορισμένοι της αξιωματικής αντιπολίτευσης πάλι, πρωταγωνιστές, μάλιστα, βρήκαν πως, κατά κάποιον τρόπο, η ταινία, ως «μήνυμα», τους ταιριάζει. Υπερερμηνεύοντας (!) θεώρησαν, προφανώς, πως αυτό που κάνει ο Τζόκερ, όταν ζορίζουν τα πράγματα, είναι να φτιάχνει μια κυβέρνηση, που «κάνει ό,τι μπορεί» -ένεκα των διεθνών συσχετισμών, του μικρότερου κακού, της κακούργας κοινωνίας κ.ο.κ.

Αλλοι, πάλι, της Αριστεράς, θεώρησαν πως η ταινία δεν είναι και τόσο καλή, αφού δεν προσφέρει εναλλακτική, δεν δίνει, δηλαδή, διέξοδο. Μια τόσο ακραία μηδενιστική ιστορία δεν χρησιμεύει, τελικά, σε τίποτε.

Ε, λοιπόν, νομίζω πως, ακριβώς επειδή είναι ακραία μηδενιστική, η ταινία έχει πολλά να προσφέρει. Στην πραγματικότητα, έχουμε ένα πολύ υψηλού επιπέδου, όπως προείπα, καλλιτεχνικό σχόλιο αναφορικά με τις δυτικές μας κοινωνίες, στις οποίες, κατά Φρέντρικ Τζέιμσον, «είναι ευκολότερο να φανταστείς το τέλος του κόσμου, παρά το τέλος του καπιταλισμού».

Αυτό που καταπληκτικά αναπαρίσταται είναι μια κοινωνία, η δική μας κοινωνία, στην οποία μόνος δρόμος φαίνεται να είναι η καταστροφή. Ο κανιβαλικός καπιταλισμός έχει φροντίσει ώστε, ακόμη και οι άνθρωποι με τις «καλύτερες προθέσεις» προσαρμογής, με την πιο γνήσια διάθεση για υπακοή –τέτοιος είναι ο Τζόκερ, καμιά εξεγερσιακή ροπή δεν τον φορτίζει– να καταλήγουν «ηγέτες του χάους», άγγελοι μιας καταστροφής, που δεν θα σώσει κανέναν, μιας κάθαρσης, η οποία επιβάλλεται, έστω κι αν δεν έχει αύριο.

Ο καπιταλισμός είναι τόσο κανιβαλικός, που κατασπαράσσει ακόμη και τις εναλλακτικές του.

Η ύπαρξη των οποίων, όμως, καθώς και οι αξίες που ενστερνίζονταν, φαίνεται πως έπαιζαν θεμελιώδη ρόλο στην ίδια την κοινωνική ύπαρξη, ως «καθολικές σταθερές», χωρίς τις οποίες καμιά κοινωνία δεν είναι εφικτή.

Σαν να λέμε, ο πλήρης, ο τέλειος –ο «άριστος»– καπιταλισμός είναι ήδη το «τέλος του κόσμου». Κάψτε, λοιπόν, τα πάντα, είναι δίκαιο. Δεν σας μένει, άλλωστε, τίποτε άλλο, λέει ο Τζόκερ. Και τρέχουν οι νεότατοι της εποχής μας κατά εκατοντάδες χιλιάδες να το δουν και να το ακούσουν. Δεν θα τον μιμηθούν, νομίζω.

Το τι θα κάνουν, αν κάνουν, είναι καθήκον και της Αριστεράς να το ψάξει. Ο αντικαπιταλισμός, πάντως, της ταινίας είναι τόσο ισχυρός και «δομημένος», που είναι «κάτι το ωραίον».

Αλλωστε, τον μηδενισμό είναι δύσκολο να τον αποφύγεις. Απόδειξη η άλλη ταινία, που προκάλεσε συζήτηση πρόσφατα. Η ταινία για τον Γιάνη, εννοώ. Οπου, νομίζω, ο μηδενισμός είναι ακόμη εντονότερος απ’ ό,τι στον Τζόκερ.

Δεν ξέρω τι ακριβώς επεδίωκε ο Κώστας Γαβράς. Αυτό που εγώ είδα είναι η περιγραφή των συναντήσεων σε εσωτερικούς χώρους μιας περιφερόμενης ομάδας ανθρώπων –ανδροπαρέας, γύρω από τον Γιάνη, επί το πλείστον– η οποία τα 'λεγε καλά, αλλά οι άλλοι ήταν κακοί. Τόσο κακοί, που, ενώ παραδέχονταν στα κρυφά πως «ως πατριώτες» δεν θα δέχονταν οι ίδιοι όσα πρότειναν στην Ελλάδα, συνέχιζαν, ωστόσο, να το κάνουν. Οι δικοί μας –οι πρωταγωνιστές, βέβαια– έκαναν σπουδαία προσπάθεια, αλλά έχασαν.

Μπορούσαν, άραγε, οι συγκεκριμένοι να κερδίσουν; Ετσι, με τίποτε.

Με την κοινωνία τόσο απούσα, τίποτε δεν μπορούσε να γίνει. Οι συγκεκριμένοι «διαπραγματευτές» ήξεραν, υποτίθεται, μια αλήθεια που οι εταίροι (sic) είτε αγνοούσαν είτε πολεμούσαν.

Το θέμα είναι πως και οι άλλοι ήξεραν. Μόνο που ήξεραν άλλο πράγμα. Πως, δηλαδή, όσο οι περιφερόμενοι περιφέρονταν παρουσιάζοντας «ακαταμάχητα επιχειρήματα», η κοινωνία, όντας στη γωνία, εξαντλούνταν. Κι έτσι διαμορφώνονταν οι όροι για την ήττα. Που ήλθε «αναπόφευκτα». Μηδέν από το μηδέν, μηδέν.

Αυτό το πράγμα δεν άξιζε κινηματογραφικό εγκώμιο. Είναι λογικό να μην προκαλεί ενδιαφέρον. Γι’ αυτό, ίσως, και η ταινία δεν είναι, νομίζω, καλή. Και, εν τέλει, είναι και μηδενιστική. Αν αυτό ήταν όλο, τότε «δεν γινόταν τίποτε». Τίποτε που θα μπορούσε να είναι «αλλιώς» δεν παρουσιάζεται. Αυτό που παρουσιάζεται, απλώς, δεν άξιζε τον κόπο.

Ούτε πολιτικά. Ούτε κινηματογραφικά.

* εκπαιδευτικός

www.efsyn.gr

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE