Μια βαθύτατα άδικη διαδικασία

Ακρίτας Καϊδατζής*

   «Δεν επιτρέπεται να φύγετε, είστε υπό κράτηση». «Ολα αυτό δείχνουν», είπε ο Κ. «Μήπως θα μπορούσα όμως να μάθω τον λόγο;»
Φραντς Κάφκα, Η δίκη

Η ακρόαση από τη Βουλή των προεπιλεγέντων για τις κενές θέσεις στην ηγεσία της Δικαιοσύνης είναι η πρώτη πράξη μιας διαδικασίας που είναι άδικη με την πιο βαθιά σημασία της λέξης.

Να γιατί: η ίδια διαδικασία είχε επαναληφθεί τον περασμένο Μάιο. Οι προεπιλεγέντες πέρασαν από ακρόαση από τη Βουλή. Το υπουργικό συμβούλιο συνεδρίασε και επέλεξε πρόεδρο και εισαγγελέα στον Αρειο Πάγο και τρεις αντιπροέδρους στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Εκδόθηκαν οι πράξεις του υπουργικού συμβουλίου για την επιλογή τους και στάλθηκαν στην Προεδρία της Δημοκρατίας, προκειμένου να εκδοθούν τα διατάγματα διορισμού. Ομως τα σχέδια διαταγμάτων έμειναν σ’ ένα συρτάρι για περίπου έναν μήνα, τα διατάγματα δεν εκδόθηκαν ποτέ, ο διορισμός των πέντε ανώτατων δικαστικών ματαιώθηκε.

Για ποιο λόγο; Επισήμως, χωρίς λόγο. Καμία αιτιολογία δεν δόθηκε. Μισόλογα από διαρροές, δημοσιογραφικές πληροφορίες και δηλώσεις «κύκλων» μπορεί να δίνουν εξηγήσεις, αλλά πάντως αιτιολογία με τη νομική έννοια δεν αποτελούν.

Στοιχειώδης δικαιοκρατική απαίτηση είναι κάθε ενέργεια της κρατικής εξουσίας να αιτιολογείται. Ο πολίτης πρέπει να γνωρίζει με επίσημο τρόπο για ποιο λόγο η εξουσία τού στερεί ένα δικαίωμα ή ματαιώνει μια προσδοκία του. Αυτό είναι κάτι παραπάνω από απλή νομική υποχρέωση. Μετά τον Διαφωτισμό (θα έπρεπε να) αποτελεί αυτονόητη ανθρωπολογική σταθερά.

Δυστυχώς το είδαμε κι αυτό εν έτει 2019 σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης: η κρατική εξουσία, σιωπηρά, διά της αδράνειάς της και, κυρίως, χωρίς να νιώσει καν την ανάγκη να αιτιολογήσει την ενέργειά της, ματαίωσε τη γεγενημένη προσδοκία πέντε ανώτατων δικαστών να καταλάβουν κορυφαίες θέσεις στη Δικαιοσύνη.

Η προσβολή στο πρόσωπο των επιλεγέντων αλλά ουδέποτε διορισθέντων είναι βαριά και είναι διπλή: αφ' ενός, διότι η κρατική εξουσία αναίρεσε την επιλογή τους, αφ' ετέρου, και ίσως περισσότερο, διότι δεν καταδέχθηκε καν να αιτιολογήσει την ενέργειά της αυτή. Μπορούσε και το έκανε. Τόσο απλά.

Την προσβολή δεν την υφίστανται όμως μόνο τα πρόσωπα. Την υφίσταται η Δικαιοσύνη ως θεσμός, είναι προσβολή στη δικαστική ανεξαρτησία. Το προηγούμενο που διαμορφώθηκε στέλνει ένα δυσοίωνο μήνυμα: Κάθε προαγωγή, κάθε τοποθέτηση, κάθε μετάθεση δικαστικού λειτουργού διενεργείται με απόφαση δικαστικού συμβουλίου, την οποία ο υπουργός της Δικαιοσύνης διαβιβάζει στην Προεδρία της Δημοκρατίας για να εκδοθεί το σχετικό διάταγμα. Κάθε Ελληνας δικαστής ξέρει πλέον ότι η προαγωγή, η τοποθέτηση ή η μετάθεσή του μπορεί να ματαιωθεί, χωρίς ποτέ να μάθει τον λόγο, αν απλώς «ξεχαστεί» στο συρτάρι ενός υπουργού ή ενός Προέδρου.

* επίκ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

www.efsyn.gr

 

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE