Για να λύσουμε ή να μη λύσουμε προβλήματα;

Tou Π. Ιωακειμίδη

Καθώς πλησιάζει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (10-11 Δεκεμβρίου) ένα καίριο ερώτημα είναι πώς χρησιμοποιούμε την Ευρωπαϊκή Ενωση(ΕΕ) και τους Θεσμούς της στη διαδικασία επίλυσης προβλημάτων. Γενικά η εμπειρία δείχνει ότι ανεξάρτητα από τις όποιες ευθύνες των Θεσμών, δεν τους χρησιμοποιούμε πάντοτε ευρηματικά και εύστοχα για την επίλυση προβλημάτων, αλλά μάλλον για το αντίθετο, για τη διαιώνιση, μη επίλυση των προβλημάτων! Η συμμετοχή στην Ενωση επιδιώχθηκε στη δεκαετία του 1970 (κυρίως από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή) για πολλούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, εδραίωση δημοκρατίας, εκσυγχρονισμός της οικονομίας, αλλά και για την ενίσχυση της εξωτερικής ασφάλειας της χώρας. Καθώς η ιδέα ήταν ότι θα αξιοποιούσαμε την ΕΕ από μια θέση θεσμικής ισχύος για να επιλύσουμε τα μείζονα προβλήματα εξωτερικής πολιτικής, κυρίως αυτά με την Τουρκία και το Κυπριακό.

 

Και ενώ γενικά επωφεληθήκαμε εντυπωσιακά από την Ενωση, την αξιοποιήσαμε πολύ διστακτικά και μάλλον άτσαλα στη διαδικασία επίλυσης των προβλημάτων εξωτερικής πολιτικής. Με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια όπως αυτή της περιόδου 1996-2004 (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ελσίνκι, 1999). Κατά κανόνα όμως χρησιμοποιούμε την Ενωση με την αδιέξοδη τιμωρητική λογική. Θέλουμε πρωτίστως η Ενωση «να τιμωρήσει» την Τουρκία για την παραβατική της συμπεριφορά και γι’ αυτό σταθερά και επίμονα φωνάζουμε ζητώντας κυρώσεις και κυρώσεις χωρίς παράλληλα κάποια ουσιαστική δημιουργική πρόταση – πρωτοβουλία που θα συνέβαλλε στην επίλυση των προβλημάτων. Στην πρώτη περίοδο της συμμετοχής μας (1981-1995) επιδιώκαμε και επιβάλαμε εν πολλοίς τον αποκλεισμό της Τουρκίας από οποιαδήποτε δραστηριότητα της Ενωσης, έστω και αν είχε σχέση με τη προστασία των… βατράχων. Αντιταχθήκαμε έτσι στο ξεπάγωμα της συμφωνίας σύνδεσης ΕΟΚ – Τουρκίας (1986), αλλά και στην αίτηση ένταξής της (1987). Και τότε δεν ήταν ο αυταρχικός, επιθετικός Ερντογάν στην εξουσία, αλλά ο μάλλον διαλλακτικός Τοργκούτ Οζάλ. Και τώρα φαίνεται ότι επανακάμπτουμε στην ίδια περίπου λογική: κυρώσεις και αποκλεισμός της Τουρκίας από δραστηριότητες όπως αυτές της αμυντικής πολιτικής (PESCO), ενώ η θέση μας θα έπρεπε να ήταν υπέρ της συμμετοχής μεν, αλλά με συγκεκριμένες βέβαια προϋποθέσεις, ευνοϊκές για τα ελληνικά συμφέροντα και απόψεις. Με την προσέγγιση όμως αυτή κάθε άλλο παρά συμβάλλουμε στην επίλυση των προβλημάτων. Συμβάλλουμε στο ακριβώς αντίθετο (για να μην επεκταθούμε στο πώς χρησιμοποίησε η Αθήνα την ΕΕ στο θέμα της ονομασίας της γειτονικής μας χώρας – Βόρειας Μακεδονίας). Την ίδια ακριβώς προσέγγιση ακολουθεί πάνω – κάτω και η Κύπρος. Αντί να αξιοποιήσει τη συμμετοχή στην Ενωση ως καταλύτη για την επίλυση του Κυπριακού, τη χρησιμοποίησε εν πολλοίς ως μέσο στη διαδικασία μη επίλυσης!

 

Αλλά κάτι παρεμφερές έχουμε κάνει και με τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Αγωνιστήκαμε στη δεκαετία 1970 για να πετύχουμε ευνοϊκές ρυθμίσεις. Και εν πολλοίς τις πετύχαμε. Αλλά αντί να χρησιμοποιήσουμε τις ρυθμίσεις αυτές (π.χ. για ΑΟΖ) με τρόπο δημιουργικό για να επιλύσουμε τα προβλήματα, διαβάζουμε νομικίστικα/λεγκαλίστικα τη Σύμβαση ως εάν να είναι η Αγία Γραφή για να περιπλέξουμε και να μη λύσουμε τα προβλήματα. Με αποτέλεσμα ευλόγως να διερωτάται κάποιος πόσο τελικά ευεργετική είναι η Σύμβαση (ή μάλλον η «ανάγνωσή» της) για την Ελλάδα…

 

Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ και μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής του ΕΛΙΑΜΕΠ

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE