Τους εξόντωσε ο πόλεμος χωρίς να πάρουν μέρος

Του Ιωάννη Μόσχου, αρχαιολόγου

Μέρος E΄
Οι Πόντιοι δεν γνώρισαν διαφορετική τύχη από εκείνη των Ελλήνων της Ιωνίας και της ανατολικής Θράκης και υπέστησαν τα ίδια δεινά από τις σφαγιαστικές και λοιπές μεθόδους των διώξεων, των εκτοπίσεων και του αφανισμού των χριστιανικών θρησκευτικών μειονοτήτων, ως απόρροια της προσχεδιασμένης επίσημης τουρκικής γενοκτονικής πολιτικής.
Το ελληνικό κράτος έχει επίσημα αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Ποντίων -καθυστερημένα έστω- από το 1994, αλλά διεθνώς η αποδοχή της παραμένει μικρή.

Λιγοστές μόλις χώρες την έχουν αναγνωρίσει, ώστε να είναι απολύτως αναγκαία η ανάληψη μιας διεθνούς εκστρατείας ενημέρωσης, ίσως και σε συνεργασία με την αρμενική κοινότητα. Εκτός των άλλων, η έλλειψη αυτή αποκρυσταλλώνει γενικότερα και σε βάθος χρόνου ως πολύ μικρότερο το γεγονός της γενοκτονικής πολιτικής της Τουρκίας.

ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
Αυτό που ίσως διαφοροποιεί τους Πόντιους από τους υπόλοιπους ελληνικούς πληθυσμούς στα εδάφη της συρρικνωμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που βρέθηκαν υπό διωγμό από τους Νεότουρκους, ήταν η οργανωμένη τους ένοπλη αντίσταση στην τουρκική βαρβαρότητα. Η αντίσταση ήταν μονόδρομος και λόγω των ανυπέρβλητων σταθερών, με κυριότερη την απομακρυσμένη γεωγραφικά θέσης της περιοχής και την έλλειψη εδαφικής συνέχειας με την ελληνική επικράτεια. Η συγκυρία, επίσης, εν μέσω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν ήταν καθόλου ευνοϊκή και αυτό αντικατοπτρίζεται στην αδυναμία και κυρίως την απροθυμία του ελληνικού κράτους να συνδράμει στρατιωτικά και κυρίως πολιτικά και διπλωματικά τον ποντιακό ελληνισμό, παρά τις απεγνωσμένες εκκλήσεις του τελευταίου για ουσιαστική βοήθεια.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Είναι χαρακτηριστικό, ότι ο Ελ. Βενιζέλος απέρριψε τα αιτήματά τους για ανεξάρτητο Ποντιακό Κράτος και τη συνένωσή του σε μεταγενέστερο χρόνο με την Ελλάδα, έχοντας κατά νου άλλες ελληνικές διεκδικήσεις έναντι της Τουρκίας και όσα θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά από τις συμμαχικές μεγάλες δυνάμεις. Η ρεαλιστική αυτή προσέγγιση από τον μεγάλο έλληνα πολιτικό δεν σημαίνει ότι άφησε στην τύχη του το ποντιακό ζήτημα ή ότι δεν είχε ενδεχομένως σχεδιάσει και προκρίνει ορισμένες λύσεις για πιο εύθετο χρόνο. Κάποια στιγμή δέχθηκε να υποστηρίξει τη δημιουργία κοινού διζωνικού Αρμενο-ποντιακού κράτους με πρόταση των ίδιων των Ποντίων, η οποία ωστόσο δεν εκπροσωπούσε το σύνολο της βούλησής τους και δίχασε τον ποντιακό ελληνισμό. Οι ενέργειες αυτές έγιναν αρχικά αποδεκτές από τις μεγάλες δυνάμεις, χωρίς όμως να υπάρξει μία ουσιαστική και δεσμευτική απόφαση και χωρίς να εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις της υλοποίησης. Η γρήγορη υπαναχώρησή τους στην πράξη, επιδείνωσε τη θέση των Αρμενίων και των Ποντίων και επέτεινε τις διώξεις του τουρκικού κράτους, που ήθελε να αποτρέψει την περαιτέρω συρρίκνωση των εδαφών του και την αποφυγή ίδρυσης και άλλων εθνικών κρατών σε τόπους που έλεγχε στη μακραίωνη οθωμανοκρατία.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΩΣ ΠΡΟΣΧΗΜΑ

Οι Πόντιοι, ωστόσο, είχαν ήδη εντέχνως ενοχοποιηθεί μετά από την ήττα που είχαν υποστεί οι Τούρκοι κατά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο στη γειτονική περιοχή του Καυκάσου. Ως τούρκοι υπήκοοι και μακριά από την άμεση επιρροή της Ελλάδας, ήσαν οι μόνοι από το ελληνικό στοιχείο της Ιωνίας που είχαν αναγκαστικά στρατολογηθεί. Σε αυτούς χρεώθηκε η ευθύνη της ήττας με την κατηγορία πως, αντί να πολεμούν για την «πατρίδα» τους, βοηθούσαν τη χριστιανική στρατιά του Τσάρου. Σύμφωνα με την επίσημη τότε τουρκική εκδοχή ο «ιερός στρατός του Προφήτη» είχε προδοθεί από τους «άπιστους» που είχαν στρατολογηθεί, οι οποίοι αφοπλίστηκαν και απομακρύνθηκαν από το στράτευμα για να μεταφερθούν στα εξοντωτικά τάγματα εργασίας. Επινοήθηκε, λοιπόν, ένα προκατασκευασμένο άλλοθι όχι για να δικαιολογηθεί η συντριβή των Τούρκων αλλά για να προχωρήσει το σχέδιο των διώξεων και του εκτοπισμού των Ποντίων από την περιοχή τους. Αυτό είχαν εισηγηθεί και οι Γερμανοί σύμμαχοι των Τούρκων.

Με σχετικό διάταγμα που εκδόθηκε στα τέλη του Δεκέμβρη του 1916 διατάχθηκε η εξορία όλων των ανδρών μεταξύ 16 και 40 ετών και η βάρβαρη μεταφορά των γυναικόπαιδων στα βάθη της Ανατολίας. Ακολούθησαν εκκενώσεις οικισμών, εκτελέσεις, αντίποινα στις οικογένειες των ανταρτών και όσων είχαν προλάβει να διαφύγουν στα βουνά, ενώ η κατάσταση έγινε ακόμα πιο δραματική με την εγκατάλειψη του μετώπου από τους Ρώσους, ύστερη από την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Η ανακατάληψη των ποντιακών περιοχών από τους Τούρκους αποτέλεσε μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για εκκαθάριση του χριστιανικού στοιχείου, σε αυτές δε τις ενέργειες πρωτοστάτησαν οι τσέτες, που προπορεύονταν του τακτικού τουρκικού στρατού. Ομολογία των σφαγών αποτελούν τα επικριτικά δημοσιεύματα στον τουρκικό τύπο λίγο πριν από τη συνθηκολόγηση με τη λήξη του πολέμου και η ευέλικτη στάση που τήρησε τότε η Τουρκία για να μετριάσει τις συνέπειες που θα προέβλεπε η ανακωχή. Ήταν μία πολιτική της βιτρίνας καθώς η γενοκτονική πολιτική συνεχίστηκε εντατικά μόλις το επέτρεψαν οι συνθήκες.
Την εξαναγκαστική από την ίδια διασύνδεση των Ποντίων με τις εμπόλεμες πλευρές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου επικαλείται ακόμα και σήμερα η Τουρκία, ενώ οι Πόντιοι δεν πολέμησαν με καμία από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Αυτό εξακολουθεί να είναι το βασικό όσο και ανιστόρητο επιχείρημα για να αρνηθεί τη συγκεκριμένη γενοκτονία, τα χιλιάδες θύματα της οποίας κατατάσσει στις παράπλευρες απώλειες του πολέμου αλλά χωρίς να τα περιλαμβάνει στο δικό της κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Αυτό και μόνο το γεγονός κατατάσσει τους Πόντιους και κυρίως τους άμαχους στο εχθρικό στρατόπεδο και καταδεικνύει ότι ο πόλεμος υπήρξε για την τουρκική διοίκηση η κατάλληλη ευκαιρία για την εφαρμογή της γενοκτονικής πολιτικής, που συνεχίστηκε πάντως με την ανοχή των συμμάχων και πολύ μετά από τη λήξη του πολέμου, έως το 1922.

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE