Περί brand name και ...άλλων δαιμονίων!

Της Σοφίας Χριστοπούλου..... Την Παρασκευή που μας πέρασε παρακολούθησα κάποιες συνεδρίες στο 8th REGIONAL GROWTH CONFERENCE, που οργανώθηκε από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας και την εφημερίδα «Πελοπόννησος». Πολλοί υπουργοί, υφυπουργοί, γενικοί γραμματείς, γενικά πολύς κόσμος, πολλές ιδέες, πολλές διαπιστώσεις, πολλές ελπίδες, σε μια καθόλα άρτια οργάνωση.

Μια συνεδρίαση από αυτές που παρακολούθησα ήταν πιο κοντά μου, πιο στα μέτρα μου. Θέμα της «Το γαστρονομικό στίγμα της Ολυμπίας Οδού». Οι περισσότεροι από τους ομιλητές ήταν φίλοι ή γνωστοί και η ατμόσφαιρα ήταν χαλαρή.

Προβλήθηκαν κάποια ενδιαφέροντα βίντεο και κατατέθηκαν οι σκέψεις κάποιων ειδικών σχετικά με τη σημασία των τοπικών προϊόντων κάθε περιοχής, τα οποία δεν τυγχάνουν της προβολής που θα συνέβαλλε στην άνθησή τους και την προσέλκυση γαστρονομικού τουρισμού. Οι δράσεις των φορέων που συμμετείχαν, όπως αναφέρθηκε, είχαν σαν στόχο να ενώσουν τόπους και ανθρώπους και συγχρόνως να μεταφέρουν ιδέες, όνειρα, προοπτικές, κουλτούρες, πολιτισμό. Τονίστηκε ότι για την ανάπτυξη της γαστρονομίας κάθε περιοχής θα πρέπει πρώτα να αποκτήσουν ταυτότητα τα προϊόντα της και την ταυτότητα αυτή θα πρέπει να τη γνωρίζουν και να την υποστηρίζουν, κατ' αρχάς, οι ίδιοι οι ντόπιοι.

Παρά το γεγονός ότι αναφέρθηκαν πολλές φορές οι λέξεις «γαστρονομία» και «γαστρονομικός», είχα την αίσθηση ότι κάποιοι, παρά τις εξεζητημένες τεχνολογικές τους γνώσεις, αγνοούσαν στην ουσία της σημασία τους. Μπαίνω, λοιπόν, στον κόπο, αφού έψαξα το θέμα, να παρουσιάσω τη σημασία των λέξεων αυτών.

Ο όρος «γαστρονομία» εμφανίστηκε το 1800 στον τίτλο ενός ποιήματος του Ζοζέ ντε Μπερσού (1775-1838). Το ουσιαστικό «γαστρονόμος» χρονολογείται από το 1803 και το επίθετο «γαστρονομικός» από το 1807. Η «γαστρονομία» έκανε την είσοδό της ως λήμμα στο Λεξικό της Γαλλικής Ακαδημίας το 1835. Δεν αναφερόταν όμως μόνο στην τέχνη του καλού φαγητού, καθώς τότε αποτελούσε και μέσο κοινωνικής αναγνώρισης και καταξίωσης.

Η λέξη επίσης αναφέρεται από τον Μπριγιά Σαβαρέν στο έργο του «Η φυσιολογία της γεύσης ή σκέψεις για μια γαστρονομία υπέρτατη...».

Ο Μπριγιά Σαβαρέν ορίζει τη γαστρονομία ως σύνθετη επιστήμη που εμπεριέχει όλους τους κλάδους που σχετίζονται με τη διατροφή του ανθρώπου. Είναι η κινητήρια δύναμη που ωθεί τους αγρότες, τους οινοπαραγωγούς, τους ψαράδες, τους κυνηγούς και τη μεγάλη οικογένεια των μαγείρων.

Η γαστρονομία, κατά την άποψή του, πρέπει να συνδυάζει το τερπνόν μετά του ωφελίμου... όπως κι αν λέγεται. Ο Σαβαρέν αναγνωρίζει την Υψηλή Κουζίνα (haute cuisine) των μεγάλων εστιατορίων, «τέχνη» και συνάμα «επιστήμη», αναγνωρίσιμη από όλους... Με δυο λόγια «γαστρονομία»! Ακολουθεί η Αστική Κουζίνα (bourgeoise), γνωστή και ως σπιτική που ήταν γυναικεία δουλειά, λάμβανε χώρα καθημερινά στις κουζίνες των σπιτιών, της έλειπε, όμως το κύρος της υψηλής. Στη συνέχεια ήταν η Τοπική Κουζίνα (de province), η οποία θεωρούνταν ότι ήταν πιο κοντά στη φύση και αφορούσε τη μαγειρική των επαρχιακών πόλεων και δεν ταυτιζόταν με τη Χωριάτικη Κουζίνα (paysanne).

Στο διάβα των αιώνων οι γαστρονομικές συνήθειες των διαφόρων λαών αποτέλεσαν πολιτιστικό δεσμό ίσως ισχυρότερα από γλωσσικό ή άλλου είδους επίδραση. Σήμερα οι διάφοροι λαοί μπορούν ακόμα και να διακριθούν ανάλογα με τις γαστρονομικές συνήθειές τους, ιδιαίτερα π.χ. οι συνήθειες των βορείων περιοχών, της Ασίας, της Μέσης Ανατολής, της Μεσογείου, της Λατινικής Αμερικής που η κύρια διαφορά τους προέρχεται από την τοπική παραγωγή π.χ. του ρυζιού στην Απω Ανατολή, των μπαχαρικών στη ΝΑ Ασία, του αραβόσιτου στη Λατινική Αμερική, του ελαιόλαδου στη Μεσόγειο.

Στο συνέδριο, λοιπόν, άκουσα διάφορα περί δημιουργίας ισχυρού brand name της περιοχής Δυτικής Ελλάδας, μετά μπερδεύτηκα γιατί στη Δ. Ελλάδα συμπεριλαμβανόταν και η Ηπειρος. Μίλησαν για έξυπνες εφαρμογές που θα σε ενημερώνουν για τα εστιατόρια της περιοχής και τα φαγητά τα παραδοσιακά, τα τοπικά προϊόντα, τα τοπικά κρασιά...

Δε λέω, καλά είναι όλα αυτά, αλλά νομίζω πως δεν είναι εύκολο από το Α να πάμε στο Ω και μάλιστα χωρίς κάποιο υπόβαθρο στοιχειωδών γνώσεων. Θεωρώ πως η γαστρονομία, όπως διαμορφώνεται στην περιοχή μας -διότι δεν είμαστε Γαλλία- είναι περισσότερο μια βιωματική σχέση. Και όπως ανέφερα στο βιβλίο μου «Αχαιών Γεύσεις» (2006) η μαγειρική είναι η τέχνη της όρασης και των χρωμάτων, της όσφρησης, της γεύσης, της αφής… Είναι ένα πείραμα, μια χημεία που εξελίχθηκε μέσα στους αιώνες, από φυσική ανάγκη και θέληση για επιβίωση, σε έκφραση πολιτισμού και παράδοσης για το λαό μας, αλλά και για όλους τους λαούς της γης.

Πάνω απ' όλα όμως χρειάζεται μεράκι! Μαγειρική χωρίς μεράκι είναι καταναγκασμός. Εκείνος που μαγειρεύει πρέπει να το θέλει και να το ευχαριστιέται κι εκείνος που γεύεται το αποτέλεσμα της μαγειρικής πρέπει να έχει ανοιχτή διάθεση σε όλες του τις αισθήσεις. Ενα καλομαγειρεμένο πιάτο πρέπει να διαθέτει το σωστό συνδυασμό υλικών, η διαδικασία παρασκευής του πρέπει να οδηγεί στην απελευθέρωση των γεύσεων, χωρίς την παραβίαση των κανόνων υγιεινής διατροφής, να τραβάει τα μάτια και να γαργαλάει την όσφρηση και τη γεύση και τέλος να μη βαραίνει το στομάχι προκαλώντας δυσπεψία.

Και για να έχεις αυτό το αποτέλεσμα χρειάζεται εκπαίδευση, χρειάζονται οι γνώσεις του παρελθόντος και πάνω από όλα χρειάζεται αγάπη για ό, τι βγαίνει από τα χέρια μας...

Και το brand name θα έλθει ως φυσικό επακόλουθο...

Μπορεί κάποιοι να με θεωρήσουν εκτός εποχής... Αλλά, αγαπητοί φίλοι, δε μπορώ να φανταστώ κάποιον μάγειρο ή εστιάτορα που να έχει στο μενού του μαραθόπιτα ή γαλατόπιτα ή ράντζα μπουργέτο ή μπαρμπούνια σαβόρο και να μην ξέρει κάτι για την ιστορία τους στην περιοχή...

Αυτό θα σημαίνει ότι δεν αγαπάει αυτό που κάνει... ότι δεν υπάρχει μεράκι...

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE