Αδης: Μία είσοδος και καμία έξοδος

Του Ιωάννη Μόσχου, αρχαιολόγου
Μέρος A΄

Οι δοξασίες των αρχαίων Ελλήνων για τον Κάτω Κόσμο, το φοβερό και σκοτεινό βασίλειο του Άδη, είναι σε γενικές γραμμές περίπλοκες και εν μέρει αμφίσημες, εμπεριέχουν δε στοιχεία της κοσμογονίας, της γεωγραφίας, της θρησκείας και πλήθος άλλων παραμέτρων.

Ορισμένες, αλλά πάντως βασικές από αυτές τις πεποιθήσεις, ελάχιστα διαφοροποιήθηκαν με το πέρασμα των χρόνων και παρουσιάζουν αξιοσημείωτη σταθερότητα από τον 8ο αι. π.Χ. τουλάχιστον, όπως αποκρυσταλλώθηκαν στα έπη του Ομήρου και στα έργα του Ησίοδου.
Κοινή στον αρχαίο κόσμο ήταν η δοξασία ότι το βασίλειο του Αδη ήταν τόπος υπαρκτός, με συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια, πλήρως διαχωρισμένα από τον χώρο των ζωντανών. Επιπρόσθετα, τα όρια αυτά ήταν προσδιορισμένα και ασφαλισμένα με χάλκινα ή σιδηρά τείχη. Η αντίληψη αυτή περί τόπου διαφοροποιήθηκε εντελώς με την έλευση και την επικράτηση του Χριστιανισμού, όπου ο Παράδεισος δεν είναι πλέον τόπος αλλά κατάσταση, βρήκε ωστόσο η έννοια του τόπου την αναβίωσή της στις σχετικές δοξασίες του ισλαμισμού, προερχόμενες προφανώς από ανάλογες αντιλήψεις άλλων αρχαίων λαών.

ΤΟΠΟΣ ΔΙΚΑΙΩΝ ΚΑΙ ΑΔΙΚΩΝ

Μία ακόμα ουσιαστική διαφορά, που ίσως φαντάζει παράδοξη για την κοινώς αποδεκτή αντίληψη σήμερα, είναι ότι η ψυχές των νεκρών κατέληγαν αδιάκριτα στον ευρύ Κόσμο του Άδη και παρέμεναν εκεί χωρίς να υπάρχουν διαφοροποιήσεις για τους δίκαιους και του άδικους, πλην εκείνων που κλείστηκαν εκεί για να τιμωρηθούν και να χαθούν από το φως του ήλιου. Παρά το γεγονός ότι η ψυχή των απλών ανθρώπων εμφανίζεται ως εικόνα του νεκρού με τη μορφή σκιάς και διατηρεί σε γενικές γραμμές τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες που εκείνος είχε εν ζωή, η εννοιολογική προσέγγιση της ψυχής υπήρξε εντελώς διαφορετική. Θα επανέλθουμε στο θέμα αυτό διεξοδικότερα, συνδυάζοντας και αποκωδικοποιώντας τα ταφικά ήθη και έθιμα.

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥΣ

Πώς ήταν όμως ο κόσμος των νεκρών και πού βρισκόταν; Η πιο διαδεδομένη ιδέα στους αρχαίους Ελληνες ήταν ότι το βασίλειο του Άδη βρισκόταν κάτω από τα πόδια τους, μέσα στη γη, εκεί δηλαδή που έθαβαν τους νεκρούς τους. Η άποψη αντανακλά μεν τη γεωκεντρική αντίληψη του κόσμου, αλλά η προσέγγιση αυτή οδήγησε σε μία σχετικώς ορθή αντίληψη του σχήματος της γης ως σφαίρα. Ο επίπεδος δίσκος, που δραστηριοποιούνται οι ζωντανοί, καλύπτεται από ένα ημισφαίριο, που αποτελεί τον ουράνιο κόσμο, τον χώρο που ανήκει στα αστέρια και τους θεούς, αν και οι τελευταίοι είχαν διαλέξει ως κατοικία τους τις κορυφές των ψηλών βουνών, όπως του Όλυμπου και της Ίδης. Είναι αλήθεια ότι οι Έλληνες ξεχώριζαν από τους άλλους λαούς έχοντας ως επίκεντρο τον ίδιο τον άνθρωπο και οι θεοί τους, κατ' εικόνα των ανθρώπων, δεν έπρεπε να βρίσκονται μακριά από αυτούς, στο άπειρο του ουρανού, αλλά δίπλα τους για να τους προστρέχουν και να τους βοηθούν.

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΑΔΗ

Κάτω από τον επίπεδο δίσκο της ανθρώπινης ζωής βρίσκεται το απόλυτο βασίλειο του Άδη, το άλλο ημισφαίριο, τόσο βαθύ όσο και το ημισφαίριο του ουρανού. Όσο άπειρο και αδιανόητο για τον άνθρωπο είναι το ύψος του ουράνιου θόλου τόσο και ίσο με αυτό είναι και το βάθος της οικίας και του βασιλείου του Αδη. Ο αθέατος κόσμος περιγράφεται από τον Όμηρο ως δυσάρεστος, υγρός, μουχλιασμένος, ομιχλώδης και απέραντος, ένας χώρος που προκαλεί τον φόβο ακόμα και των θεών, που πρέπει να μείνει κρυμμένος κάτω και μέσα στη γη.

Αυτός ήταν το σύμπαν του αρχαίου ελληνικού κόσμου, δίκαια μοιρασμένο και ισόποσα ανάμεσα στα τρία αδέλφια, μετά από την επικράτηση επί των Τιτάνων. Οι τρεις κλήροι ήταν εξορισμού ίσοι σε έκταση και σημασία. Ο Δίας ανέλαβε τον κόσμο του ουρανού και ο Άδης το ίδιο σε έκταση βασίλειο του Κάτω Κόσμου. Ο Ποσειδώνας έγινε ο κυρίαρχος του νερού, του στοιχείου που περιέβαλε τον δίσκο της γης, ίσο και αυτό μερίδιο με τα υπόλοιπα μέρη, απέραντο όσο κι εκείνα. Επιπρόσθετα, ο Ποσειδώνας ήταν εκείνος που μπορούσε να σείσει τη γη, να την ταρακουνήσει με τον σεισμό, αυτός που θα μπορούσε να προσβάλει το βασίλειο του Άδη ανοίγοντας ρωγμή από όπου θα μπορούσε να εισχωρήσει το φως. Αλλά και οι θνητοί με τη συνδρομή των θεών θα μπορούσαν να προκαλέσουν την ίδια ζημιά. Ο Αδης στην Ιλιάδα αγωνιά μήπως η κλαγγή της τρομερής μάχης έξω από τα τείχη της Τροίας ανοίξει τη γη και έρθει στο φως το σκοτεινό του βασίλειο. Αυτή θα ήταν μία τρομερή ανατροπή της ισομέρειας και της τάξης του σύμπαντος, δηλαδή της γης.

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΧΑΝΕΤΑΙ Ο ΗΛΙΟΣ

Στα έπη του Ομήρου περιγράφεται ένας ακόμα γεωγραφικός προσδιορισμός του Κάτω Κόσμου. Βρίσκεται στα πέρατα της Γης, κάπου δηλαδή προς την άκρη του δίσκου και πέρα από τον αδιάβατο για τους θνητούς κυκλικό Ωκεανό ποταμό που τον περιβάλλει, ένα βασικό στοιχείο της γεωγραφίας από τα αρχαϊκά χρόνια τουλάχιστον. Η περιοχή αυτή απαντά στην Εσπερία, εκεί που χάνεται ο ήλιος και αρχίζει το βαθύ και ατελείωτο σκοτάδι. Γι' αυτό και τα ναυτικά ταξίδια προς τη Δύση ήταν για τους αρχαίους Ελληνες δύσκολα και έτρεφαν τη φαντασία και τη μυθολογία.

Και σε αυτή την περίπτωση όμως υπονοείται ότι ο χώρος είναι υπόγειος και ότι υπάρχει εκεί μία είσοδος, από όπου μόνο θεωρητικά κάποιος ζωντανός θα μπορούσε να εισέλθει. Αυτή και άλλες πύλες του Αδη περιγράφονται στα έπη. Είναι πάντοτε ερμητικά κλειστές, τεράστιες και εποπτεύονται από τον ίδιο τον Αδη («πυλάρχης»), τις οποίες οι ζωντανοί μισούν και απεχθάνονται όσο τίποτε άλλο. Και είναι φυσικό, αφού όποιος τις διαβεί δεν είναι πια ζωντανός και είναι πάντοτε κλειστές γιατί κανείς δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Οι πύλες ορίζουν έναν τόπο σαν φυλακή, από όπου κανείς νεκρός δεν ακούστηκε ότι δραπέτευσε. Όσο για τους ζωντανούς, τέσσερεις θνητοί πήγαν και επέστρεψαν από τον φοβερό τούτο τόπο, για να μας διηγηθούν όσα τρομερά είδαν και πέρασαν: ο Οδυσσέας, ο Ηρακλής, ο Θησέας και ο Ορφέας.


Η συνέχεια την επόμενη εβδομάδα

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE