135 χρόνια συμπληρώνονται από την εξέγερση των εργατών του Σικάγου, μια εξέγερση η οποία έμελλε
να αποτελέσει ορόσημο της πάλης των τάξεων στη νεότερη εποχή, αλλάζοντας ριζικά τις συνθήκες
εργασίας. Ήταν Μάης του 1886 όταν τα εργατικά συνδικάτα στο Σικάγο εξεγέρθηκαν, διεκδικώντας
αξιοπρεπέστερες συνθήκες εργασίας, με προεξέχων αίτημα την κατοχύρωση της οκτάωρης εργασίας. Την
1η Μαΐου του 1886 οι εργάτες ξεσηκώθηκαν σε διαδηλώσεις και απεργειακές κινητοποιήσεις, τόσο στο
Σικάγο όσο και σε ολοκλήρη τη χώρα με βασική τους διεκδίκηση την καθιέρωση του οκταώρου και
κεντρικό τους σύνθημα : « Οκτώ ώρες δουλειά, οκτώ ώρες ανάπαυση, οκτώ ώρες ύπνο».


Ένα σύνθημα το οποίο στην Ελλάδα του 2021, με κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, φαντάζει τόσο
επίκαιρο όσο ποτέ. Η κυβέρνηση με περισσή αναλγησία φέρνει ένα νομοσχέδιο «οδοστρωτήρα» απέναντι
στα εργασιακά δικαιώματα τα οποία κατακτήθηκαν με κόπο και αίμα ύστερα από αδιάκοπους αγώνες της
εργατικής τάξης. Μη σεβόμενη αυτούς τους αγώνες, υποτιμώντας τους εργαζόμενους και αδιαφορώντας
παντελώς για το εργασιακό μέλλον της χώρας, η κυβέρνηση υιοθετεί ένα σχέδιο «εξόντωσης» κάθε
υγιούς εργασιακής σχέσης, καθώς και των εργασιακών κεκτημένων που υπάρχουν σε κάθε πολιτισμένη
και δημοκρατική χώρα.


Μέσω του εν λόγω νομοσχεδίου η Νέα Δημοκρατία προσπαθεί να καταργήσει την οκτάωρη εργασία,
προωθώντας τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας μέσω ατομικών συμβάσεων, αφήνοντας τους
εργαζόμενους «έρμαια» των εργοδοτικών αυθαιρεσιών. Προσπαθούν μάταια να πείσουν πως ο
εργαζόμενος θα μπορεί να διαπραγματευτεί τις ώρες εργασίας του, τη στιγμή που είναι ξεκάθαρο πως
αυτές οι διαπραγματεύσεις δε θα γίνονται επί ίσοις όροις αλλά με γνώμονα το εργοδοτικό συμφέρον. Ένα
άλλο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε είναι πως τα συνεχόμενα 10ώρα ή 12ώρα διάρκειας έως και 6
συνεχόμενους μήνες (χωρίς κανόνες, ακόμα και Σαββατοκύριακα), όχι μόνο θα μειώσουν την
αποδοτικότητα των εργαζομένων, λόγω της φυσικής κόπωσης που θα επέλθει αλλά θα απορρυθμίσουν
εντελώς τις ζωές τους. Φυσικά, καμία καταβολή υπερωριακής εργασίας δεν προβλέπεται, προωθώντας με
απροκάλυπτο τρόπο την απλήρωτη αλλά και ελαστική εργασία.


Επιπλέον, δίνει τη χαριστική βολή στην αποδύναμωση του ρόλου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας
(ΣΕΠΕ), έργο το οποίο έχει μεθοδεύσει η κυβέρνηση εδώ και καιρό. Πιο συγκεκριμένα, μεταφέρει την
αρμοδιότητα επίλυσης των «εργατικών διαφορών» από το ΣΕΠΕ στον Οργανισμό Μεσολάβησης και
Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), σε έναν οργανισμό που κυριαρχούν τα εργοδοτικά συμφέροντα, στοχεύοντας στην
διευκόλυνση των εργασιακών αυθαιρεσιών αλλά και στην περαιτέρω όξυνση των κοινωνικών
ανισοτήτων.


Μέσω αυτού του νομοσχεδίου η Ν.Δ στοχεύει στην πλήρη απορρύθμιση της αγοράς εργασίας και στην
διάλυση του εργατικού δυναμικού της χώρας μας, αφού από την πρώτη κιόλας στιγμή της διακυβέρνησής
της, η Νέα Δημοκρατία κατέστρεψε μια σειρά από ευνοϊκές ρυθμίσεις της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, όπως η
επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, η κατάργηση του υποκατώτατου και η αύξηση κατά
11% του κατώτατου μισθού, η ενίσχυση του ΣΕΠΕ, η επέκταση κλαδικών συμβάσεων καθώς και
διατάξεις για την καταπολέμηση της «μαύρης» εργασίας.
Ένα νομοσχέδιο, το οποίο «απειλεί» τους εργαζόμενους και έρχεται εν μέσω μιας πανδημίας που έχει
εντείνει την ανεργία και το κλίμα επισφάλειας, συνιστά πρόκληση. Εμείς απένατι σε αυτή την πρόκληση
θα σταθούμε ενωμένοι και θα δώσουμε με σθένος τη «μάχη των μαχών».


Ιωάννα Μπεκίρη-Μαθηματικός -Μέλος της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ Αχαΐας

Γράφει ο Αλέξης Χαρίτσης*

Το νομοσχέδιο θα οδηγήσει στη χειραγώγηση των τιμών σε βασικά είδη διατροφής από λίγους μεγάλους ιδιωτικούς ομίλους

ΜΟΤΟ: Με το σχέδιο νόμου αφαιρείται από τους παραγωγούς η άδεια αν δεν πουλήσουν το 70% της δηλωθείσας παραγωγής. Ποιος άλλος επαγγελματίας τιμωρείται με αφαίρεση της ίδιας του της ιδιότητας επειδή οι δουλειές του δεν πήγαν καλά;

ΜΟΤΟ: Η κυβέρνηση μιλάει για εκσυγχρονισμό ενώ κατασυκοφαντεί ένα θεσμό που για δεκαετίες απολαμβάνει την εμπιστοσύνη και την αποδοχή των πολιτών

Εν μέσω πανδημίας, η κυβέρνηση επέλεξε να βάλει στο στόχαστρο της και τις λαϊκές αγορές. Με πρόσχημα την υποτιθέμενη «στασιμότητά» του, η κυβέρνηση απειλεί έναν θεσμό με ισχυρό κοινωνικό χαρακτήρα, που εδώ και δεκαετίες έχει λειτουργήσει προς αμοιβαίο όφελος παραγωγών και καταναλωτών. Συχνά μάλιστα, όλα αυτά τα χρόνια και σε ολόκληρη τη χώρα, η λαϊκή αγορά λειτούργησε ως η μοναδική διέξοδος για τον εφοδιασμό με ποιοτικά βασικά είδη διατροφής για την πλειονότητα των συμπολιτών μας.

Όλα αυτά όμως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να τα διαγράψει. Με το σχέδιο νόμου που έχει κατατεθεί σε διαβούλευση, η άδεια παραγωγού και εμπόρου μετατρέπεται σε «θέση δραστηριοποίησης», με περιορισμένη μάλιστα ισχύ τριών ετών και με αυστηρούς χωρικούς περιορισμούς. Το δικαίωμα του αγρότη να διαθέτει τα προϊόντα του στις λαϊκές αγορές σε όλη την επικράτεια, μετατρέπεται σε προνόμιο που αναγκάζεται να διεκδικήσει μέσα από ένα μεικτό σύστημα μορίων και χρηματικής προσφοράς. Ο παραλογισμός μάλιστα είναι ότι η ίδια κυβέρνηση που κατάργησε το πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ως προϋπόθεση για διορισμό σε θέση μετακλητού σε υπουργείο, το μοριοδοτεί και μάλιστα ισχυρά για την απόκτηση μιας θέσης σε λαϊκή αγορά!

Επιπλέον, τίθενται ανέφικτοι όροι δραστηριοποίησης και επιφυλάσσονται εξοντωτικές ποινές για παραγωγούς και επαγγελματίες. H άδεια τους ανακαλείται για τρεις μήνες για την μη έκδοση τριών αποδείξεων στο διάστημα ενός έτους – ποινή που επιβάλλεται επιπλέον του διοικητικού προστίμου. Υποχρεώνονται να αποστέλλουν στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης (ΟΣΔΕ) τις ποσότητες και τις τιμές εκκίνησης των προϊόντων τους στην 7 το πρωί. Μια υποχρέωση στην οποία παραγωγοί και επαγγελματίες δηλώνουν ότι είναι αδύνατον προσαρμοστούν και η οποία μέχρι στιγμής έχει επιβληθεί μόνο σε super market με τζίρο άνω των 90 εκ ευρώ.

Παραγωγοί και επαγγελματίες καλούνται να πληρώσουν τα τέλη ακόμη και τις ημέρες που δεν μπορούν να παραβρίσκονται στην αγορά, μην έχοντας ακόμη και το δικαίωμα ούτε καν να αρρωστήσουν. Και τους αφαιρείται η άδεια αν δεν πουλήσουν το 70% της δηλωθείσας παραγωγής. Ποιος άλλος επαγγελματίας τιμωρείται με αφαίρεση της ίδιας του της ιδιότητας επειδή οι δουλειές του δεν πήγαν καλά; Ενώ, αντί εν μέσω κρίσης να τους στηρίξει, η κυβέρνηση τους στερεί την ανανέωση της άδειας αν δεν είναι φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμεροι. Τους θεωρεί αποκλειστικά υπεύθυνους για τα χρέη τους, στερώντας τους το μόνο μέσον που έχουν για να τα αποπληρώσουν.

Την ίδια στιγμή, μια σειρά διατάξεων για τους όρους διάθεσης των προϊόντων, τα είδη πώλησης και κυρίως τους όρους δραστηριοποίησης των πωλητών, που συγκέντρωσαν τα πυρά παραγωγών και εμπόρων, μεταφέρονται στην δικαιοδοσία του υπουργού Ανάπτυξης και ρυθμίζονται σε δεύτερο χρόνο. Με τις γνωστές fast track διαδικασίες δηλαδή στις οποίες μας έχει συνηθίσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη και ακόμη λιγότερες ευκαιρίες για δημοκρατικό διάλογο.

Για μια ακόμη φορά, η κυβέρνηση μιλάει για εκσυγχρονισμό ενώ κατασυκοφαντεί ένα θεσμό που για δεκαετίες απολαμβάνει την εμπιστοσύνη και την αποδοχή των πολιτών. Βάλλει ευθέως κατά των ίδιων των παραγωγών, στερώντας την μοναδική ευκαιρία τους να έλθουν σε αδιαμεσολάβητη επαφή με τον καταναλωτή, με δυσμενείς επιπτώσεις και στις τιμές και στην ποιότητα των προϊόντων. Ο στόχος προφανής: λίγοι μεγάλοι όμιλοι τροφίμων να κυριαρχήσουν σε ένα ακόμη, πολύ κρίσιμο, κανάλι διάθεσης βασικών ειδών διατροφής. Όπως σε όλες τις βασικές επιλογές της κυβέρνησης για την οικονομία, είναι κι εδώ ευδιάκριτη η απόπειρα βίαιης αναδιάρθρωσης και περαιτέρω συγκεντροποίησης της αγοράς.

Οι λαϊκές αγορές χρειάζονται ενίσχυση, διαφάνεια και εκσυγχρονισμό – οι παραγωγοί και οι έμποροι είναι οι πρώτοι που ζητούν κάτι τέτοιο. Το νομοσχέδιο της κυβέρνησης όμως αντί να ενισχύει, γκρεμίζει. Αντί να αναβαθμίζει, απαξιώνει. Το κυβερνητικό σχέδιο υπονομεύει την αγροτική παραγωγή της χώρας μας και ναρκοθετεί την διατροφική της αυτάρκεια και για αυτό πρέπει να ακυρωθεί.

    Βουλευτής Μεσσηνίας – Τομεάρχης Ανάπτυξης και Επενδύσεων του ΣΥΡΙΖΑ, π. Υπουργός Εσωτερικών

Tης Αγγελικής Τσονάκα

Ο φετινός εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς αποκτά έναν ισχυρότερο και πιο επίκαιρο από ποτέ συμβολισμό, ως μια δυναμική απάντηση της κοινωνίας στα σχέδια που απεργάζεται η κυβέρνηση των «αρίστων», υπηρετώντας πιστά τη σκληρή νεοφιλελεύθερη ατζέντα της, για την καταπάτηση εργασιακών κεκτημένων και την επιβολή ενός προφανούς εργασιακού Μεσαίωνα. 

 

Το επιτελικό κράτος του Κυριάκου Μητσοτάκη αποφάσισε, εν μέσω της κορύφωσης της πανδημίας, να κηρύξει τον πόλεμο στην εργασία, δηλαδή στην κοινωνική πλειοψηφία.

 

Ως ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, τασσόμαστε στο πλευρό των εργαζομένων, των υποαπασχολούμενων και των ανέργων. Η φυσική θέση μας είναι πλάι τους, σε έναν μεγάλο αγώνα, στον οποίο καμία και κανένας δεν περισσεύει.

 

Ενώνοντας τις δυνάμεις μας, ριχνόμαστε μαζικά και συντεταγμένα στη μάχη για να υπερασπιστούμε εργασιακές κατακτήσεις χρόνων, αδιαμφισβήτητες και αδιαπραγμάτευτες.

 

Καλούμαστε να παλέψουμε όλες και όλοι μαζί, για να υπερασπιστούμε το οχτάωρο, να υπερασπιστούμε τις συλλογικές συμβάσεις, να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στη καταγραφή και τη πληρωμή των υπερωριών, να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στην εργασία. Εν τέλει, καλούμαστε να αγωνιστούμε για το δικαίωμα στη ζωή, για ένα δημοκρατικό και κοινωνικά δίκαιο μέλλον.

 

Ο εργασιακός Μεσαίωνας που επιχειρεί να επιβάλει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με σκοπό να βάλει πλάτη στα συμφέροντα του κεφαλαίου, εις βάρος των εργαζομένων, εις βάρος της κοινωνίας,  δεν πρέπει να περάσει. Και δεν θα περάσει…. 

 

* Η Αγγελική Τσονάκα είναι μέλος του Συντονιστικού Οργάνου της Νομαρχιακής Επιτροπής Αχαΐας του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία

Του Μιχάλη Καρχιμάκη

Στην πολιτική, όπως και οπουδήποτε αλλού άλλωστε, δεν υπάρχει παρθενογένεση.

Για να μιλήσουμε για το μέλλον πρέπει να κάνουμε έναν απολογισμό του τί δούλεψε και τι όχι μέχρι σήμερα. Η Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία και η ελληνική πολύ περισσότερο περνάει μια βαθιά κρίση αλλά δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένη να κάνει αυτόν τον απολογισμό. Χωρίς όμως αυτή την ενδοσκόπηση ο χώρος μας θα συνεχίσει να βρίσκεται σε αυτή την ιδιότυπη «λίμπο» όπου στις συνειδήσεις της κοινωνικής πλειοψηφίας είναι ιστορικό κειμήλιο ενώ παραμένει για λόγους συναισθηματικούς και παράδοσης εντός κοινοβουλίου.

Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν νομίζω ότι πρέπει να δούμε ποιο είναι εκείνο το συστατικό που έκανε τα κόμματα της αριστερής Σοσιαλδημοκρατίας στυλοβάτες του προοδευτικού χώρου και που σήμερα έχουμε απωλέσει.

Η προσωπική μου άποψη είναι ότι αυτό το «συστατικό» συμπυκνώνεται στο ιστορικό σύνθημα «Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία». Το σύνθημα αυτό περικλείει μια πολιτική φιλοσοφία ξένη προς τα περισσότερα κόμματα του 21ου αιώνα. Αυτό που λέγαμε τότε, και ήταν σωστό, ήταν ότι το κόμμα ήταν όργανο και εκφραστής της λαϊκής βούλησης. Τα προοδευτικά κόμματα δεν ήταν «καταστήματα ιδεών» και οι σοσιαλιστές πολιτικοί δεν ήταν πλασιέ ιδεών.

Τα κόμματα ήταν θεσμοί προγραμματικής εξειδίκευσης των αιτημάτων της κοινωνικής πλειοψηφίας και οι προοδευτικοί πολιτικοί ήταν συνομιλητές του λαού, και συνδιαμόρφωναν το πρόγραμμα της «Αλλαγής».

Θα ρωτήσει κάποιος: «Και που τον βρίσκατε τον κόσμο; Μήπως αλλάξανε οι εποχές και οι οθόνες των κινητών και η γρήγορη ενημέρωση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι απαγορευτικές για μια τέτοια σχέση;”. Η απλή και σύντομη απάντηση είναι όχι. Οι εποχές αλλάζουν αλλά ο χώρος που η κοινωνία βράζει, και ψάχνει απαντήσεις είναι ο ίδιος.

Είναι τα πανεπιστήμια και οι φοιτητικές κινητοποιήσεις, είναι τα νοσοκομεία και οι ακτιβισμοί των γιατρών για ενίσχυση του ΕΣΥ, είναι οι δρόμοι που την Πρωτομαγιά θα γεμίσουν από εργαζόμενους, αυτή την φορά όχι για να τιμήσουν αλλά για να υπερασπιστούν το 8ωρο, είναι οι λεωφόροι με τις μοτο-πορείες των νέων παιδιών που εργάζονται ως delivery, χωρίς εργασιακά δικαιώματα.

Οι Σοσιαλιστές σε αυτούς τους χώρους έχουμε χρόνια να παρέμβουμε συγκροτημένα, και όσες φορές ως εξαίρεση βρεθήκαμε, πήγαμε με το αφήγημα μας έτοιμο. Αυτή η νοοτροπία πρέπει να αλλάξει. Με αρχή τις εκδηλώσεις για την φετινή εργατική Πρωτομαγιά το Κίνημα Αλλαγής, η προμετωπίδα του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στην Ελλάδα να συναντηθεί ξανά με την αγωνιζόμενη κοινωνία. Να έρθουμε και πάλι σε επαφή με τα κοινωνικά κινήματα, όχι για να τα πείσουμε αλλά για να τα ακούσουμε και να μας πείσουν. Να κάνουμε το Κίνημα Αλλαγής το «χωνευτήρι» των αιτημάτων των αδικημένων του σήμερα και συνδέοντας τα να χαράξουμε τον οδικό χάρτη για μια «Νέα Αλλαγή».

Με λίγα λόγια, ας εγκαινιάσουμε μια νέα εποχή όπου δεν θα κάνουμε πολιτική εν ονόματι της κοινωνίας αλλά θα πολιτευομαστε με την κοινωνία.

*Ο Μιχάλης Καρχιμάκης είναι πρώην υπουργός, μέλος του πολιτικού συμβουλίου του Κινήματος Αλλαγής. Β Περιφέρεια Αθήνας, Δυτικός Τομέας.

Είναι πρωτάκουστο: Επί μία επταετία η δημοτική αρχή του ΚΚΕ στην πόλη μας,  την Πάτρα, αγωνίζεται θεωρητικά βέβαια (αφού δεν πραγματοποίησε ούτε μία πορεία) για να λύσει το πρόβλημα με τα αδέσποτα. Ουσιαστικά δεν την ενδιαφέρει το ζήτημα ή το θεωρεί δευτερεύον, αφού δεν έχει ιδιαίτερη πολιτική χροιά, δηλαδή δεν έχει να κάνει με τους εργάτες και το κεφάλαιο, με τον καπιταλισμό και το ΝΑΤΟ και με όλες αυτές τις ιδεοληψίες του 19ου αιώνα .

Επί δημαρχίας Ανδρέα Φούρα, ως αρμόδιος αντιδήμαρχος, το 2009 υπογράψαμε μια σύμβαση με το διοικητικό συμβούλιο του φορέα του Πανεπιστημίου Πατρών που διαχειριζόταν τα αδέσποτα και έτσι υπήρξε μια άριστη διαχείριση του όλου ζητήματος. Με την κίνησή μας αυτή έγινε η συλλογή και των αδεσπότων που διαχειριζόταν φιλοζωικός σύλλογος σε κατασκευή που είχε  δημιουργήσει στην παραλία, στον χώρο περίπου  που βρίσκεται το περίφημο νότιο πάρκο. Επίσης υπήρχε τηλέφωνο επικοινωνίας των πολιτών για την περισυλλογή, στείρωση καθώς και δυνατότητα παράδοσης  κάποιου σκύλου που δεν επιθυμούσε να τον κρατήσει ο ιδιοκτήτης του.

Η σύμβαση προέβλεπε την εργασία την οποία αναλάμβανε το Πανεπιστήμιο και την καταβολή από τον Δήμο ενός αντίστοιχου χρηματικού ποσού. Την διετία 2009-10 στην κορύφωση της οικονομικής κρίσης η ενίσχυση του δήμου για τα αδέσποτα ήταν μηδενική. Παρ' όλες αυτές τις δυσκολίες με τα πενιχρά έσοδα του δήμου, με ευαισθησία απέναντι στα ζώα αλλά και στην ασφάλεια των πολιτών λύσαμε το πρόβλημα που υπήρχε μέχρι τότε.

Σήμερα το κράτος χρηματοδοτεί τον δήμο για να διαχειριστεί αυτό το πρόβλημα.

Η παράταξη του ΚΚΕ στον δήμο Πατρέων τι κάνει;

Και τα χρήματα εισπράττει και το πρόβλημα δεν λύνει.

Μου κάνει εντύπωση. Δεν έχουν την ικανότητα να προκηρύξουν ένα διαγωνισμό και να αναθέσουν σε ιδιώτη την όλη εργασία;

Υπάρχουν στην πόλη μας ιδιωτικές οργανωμένες εγκαταστάσεις  φιλοξενίας και φύλαξης σκύλων που ίσως να είναι σε θέση να αναλάβουν το έργο.

Το κομματικό όμως και ιδεολογικό υπόβαθρο το επιτρέπει;

Μέχρι σήμερα όχι.

Η απάντηση στο πρόβλημα είναι η εκκωφαντική σιωπή της δημοτικής αρχής.

Εδώ πάει η παροιμία: Μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μην δίνετε.

Καληνύχτα σας συμπολίτες μου.

*Ο Γιώργος Ζαφειρόπουλος είναι πρώην αντιδήμαρχος Πατρέων.

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE