Η Όλγα Κεφαλογιάννη είναι μια από τις πιο ωραίες γυναίκες στην ελληνική Βουλή. Εδώ και λίγο καιρό είναι και… ελεύθερη, αφού ο γάμος της με τον Μάνο Πενθερουδάκη κατέληξε στο διαζύγιο.

Το ζευγάρι ήταν παντρεμένο εννέα χρόνια αλλά ο κύκλος, όπως είπε η ίδια η Όλγα Κεφαλογιάννη, έκλεισε.

Το διαζύγιο «βόμβα» επιβεβαίωσε η ίδια η Όλγα Κεφαλογιάννη σε συνέντευξή της στην Athens Voice. «Βρίσκομαι σε ένα μεταβατικό στάδιο γιατί πολύ πρόσφατα έκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μου που αφορά στον γάμο μου. Ήταν μια μακρά και δημιουργική περίοδος που μόνο καλές αναμνήσεις αφήνει», τόνισε η βουλευτής της ΝΔ.

Για την Όλγα Κεφαλογιάννη, κάθε τέλος είναι και μια αρχή. Και όπως λέει, ο στόχος της για τη νέα χρονιά είναι «να μπορώ να λειτουργώ σε ισορροπία, να βιώνω τις χαρές και τις λύπες της ζωής μαζί με την οικογένειά μου και τους φίλους μου».

Η Όλγα Κεφαλογιάννη, στην ίδια συνέντευξη μιλά και για το αν αισθάνεται πίκρα για το γεγονός πως έμεινε εκτός κυβέρνησης. «Στην πολιτική οι «πικρίες» και οι εμμονές δεν κάνουν καλό. Πάντα κοιτάμε μπροστά. Ήταν πολύ συνειδητή η απόφασή μου να μη συμμετάσχω στο κυβερνητικό σχήμα, η οποία και εξηγήθηκε επαρκώς. Από τότε έχουν περάσει έξι μήνες μιας συνολικής προσπάθειας να αλλάξουν τα πράγματα στη χώρα. Η κυβέρνηση κάνει τη δουλειά της και εμείς οι βουλευτές τη δική μας.

Έχουμε μεγάλη σε όγκο και σημαντική σε ουσία δουλειά να κάνουμε. Ο βουλευτής έχει δύναμη παρέμβασης. Φωνή και χώρο διεκδίκησης. Ιδίως όταν είναι της συμπολίτευσης. Αυτός είναι ο ρόλος του και αυτό φιλοδοξώ να κάνω προς όφελος των κατοίκων της πρωτεύουσας αλλά και προς όφελος κρίσιμων θεμάτων πολιτικής, όπως είναι για παράδειγμα το δημογραφικό ζήτημα ή η θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία. (…) Οι βουλευτές οφείλουμε να μιλάμε και να διεκδικούμε. Ακόμα και αν κάποιες φορές δεν γινόμαστε αρεστοί».

Αναφερόμενη στην εκλογή της Κατερίνας Σακελλαροπούλου στην Προεδρία της Δημοκρατίας, η Όλγα Κεφαλογιάννη λέει: «Είναι σαφέστατα μια πολύ θετική εξέλιξη. Ως συμβολισμός είναι σημαντικότατος και με χαροποιεί ιδιαίτερα ότι θα έχουμε την πρώτη γυναίκα Πρόεδρο. Οι συμβολισμοί έχουν τη σημασία τους αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτομάτως η θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία αποκαθίσταται. Όταν λέμε ότι διεκδικούμε να έχουμε ισότιμη συμμετοχή στα κοινά αυτό δεν εξαντλείται με την τοποθέτηση μιας γυναίκας στο κορυφαίο αξίωμα. Χρειάζεται πολύς αγώνας ακόμα για να επιτευχθεί η συνταγματικά κατοχυρωμένη ισότητα. Και φυσικά χρειάζονται πράξεις από όλους. Και από τους πολίτες. Να στηρίζουν, να ψηφίζουν γυναίκες. Έχουμε μόλις 19 γυναίκες δημάρχους σε σύνολο 331 Δήμων. Αριθμός απογοητευτικός που δείχνει μια συνολικότερη υστέρηση»

Athens Voice

Με οξύτατη αντιπαράθεση μεταξύ πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης ξεκίνησε η συζήτηση του εκλογικού νομοσχεδίου στην Ολομέλεια της Βουλής με τον ΣΥΡΙΖΑ και το Κίνημα Αλλαγής να καταθέτουν ένταση αντισυνταγματικότητας για την ρύθμιση που προβλέπει διαφορετική αντιμετώπιση των κομματικών συνασπισμών αναφορικά με την παροχή του μπόνους.

Σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του νομοσχεδίου, ο συνασπισμός κομμάτων που εξελέγη πρώτη δύναμη σε εκλογές λαμβάνει μπόνους μόνο αν ο μέσος όρος της δύναμης των κομμάτων που τον απαρτίζουν είναι μεγαλύτερος από τη δύναμη του αυτοτελούς κόμματος που συγκέντρωσε τον μεγαλύτερο αριθμό έγκυρων ψηφοδελτίων. Για παράδειγμα αν συνασπισμός δύο κομμάτων συγκεντρώσει ποσοστό 40% και το δεύτερο αυτοτελές κόμμα συγκεντρώσει 25% τότε το μπόνους θα χορηγηθεί στο δεύτερο κόμμα καθώς το 25% είναι μεγαλύτερο από το 20% το οποίο είναι ο μέσος όρος των κομμάτων του συνασπισμού.

Να σημειωθεί ότι η ρύθμιση ίσχυε σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις από το 2008 καθώς αποτελεί διάταξη του εκλογικού νόμου Παυλόπουλου (ν. 3636/2008). Καταργήθηκε από τον νόμο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ για να επανέλθει με το νομοσχέδιο της ΝΔ. Οι ΚΟ των ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ αντέδρασαν έντονα κάνοντας λόγο για αντισυνταγματική ρύθμιση με την κυβερνητική πλειοψηφία να υποστηρίζει ότι η διάταξη δεν κρίθηκε ποτέ αντισυνταγματική.

Τι αναφέρει η έκθεση της επιστημονικής υπηρεσίας της Βουλής

Πάντως η έκθεση της επιστημονικής υπηρεσίας της Βουλής επισημαίνει ότι η ρύθμιση υπήρχε αυτούσια και σε προηγούμενο νόμο και ότι κατ' ουσίαν αποκλείει τους συνασπισμούς κομμάτων από την πρόσβαση στην πριμοδότηση. Η έκθεση επισημαίνει ότι επί της συνταγματικότητας της διαφορετικής μεταχείρισης συνασπισμών και αυτοτελών κομμάτων έχουν εκφραστεί πολλές και αντικρουόμενες απόψεις . Παρά μάλιστα το γεγονός ότι δεν έχει κριθεί αντισυνταγματική έχει ήδη καταστεί ανενεργή από τον Άρειο Πάγο. Ακολουθεί το χαρακτηριστικό απόσπασμα: Στην πράξη, πάντως, όπως παρατηρείται από εκπρόσωπο της θεωρίας (βλ., Κ. Χρυσόγονο, Συνταγματικό Δίκαιο, 2014, σελ. 434), κατά την ανακήρυξη των συνδυασμών, «το Α ́ Τμήμα του Αρείου Πάγου, χωρίς να κρίνει αντισυνταγματική τη διάκριση μεταξύ αυτοτελών κομμάτων και συνασπισμών, είχε αδρανοποιήσει αντίστοιχη πρόβλεψη της προϊσχύσασας νομοθεσίας, μεταβαπτίζοντας συνασπισμούς σε αυτοτελή κόμματα».

Για τον λόγο αυτό στο νομοσχέδιο επισημαίνεται ότι «το Α Τμήμα του Αρείου Πάγου, σε συμβούλιο, κατά την ανακήρυξη των εκλογικών συνδυασμών, αποφαίνεται, αμετακλήτως, για το χαρακτήρα κάθε κόμματος, ως αυτοτελούς ή ως συνασπισμού συνεργαζόμενων κομμάτων. Η κρίση διαμορφώνεται, χωρίς δικονομικούς περιορισμούς, από τα υπάρχοντα στοιχεία, τα οποία μπορούν να συμπληρωθούν με υπόμνημα των κομμάτων και των υποψηφίων».

 «Τα τρία από τέσσερα αδικήματα, για τα οποία η Βουλή αποφάσισε τη συγκρότηση της ειδικής επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης για τον Δημήτρη Παπαγγελόπουλο, κατέδειξε με την κατάθεσή της, η οποία ολοκληρώθηκε σήμερα, η Ελένη Ράικου», σύμφωνα με μέλος της Επιτροπής. Η περίπτωση της κ. Ράικου, ούτως ή άλλως έχει χαρακτηριστεί από τη ΝΔ «ο πρώτος πυλώνας των επαρκών ενδείξεων», ότι τελέστηκαν συγκεκριμένα αδικήματα από τον πρώην αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης. Απόψε, μέλος της επιτροπής σημείωνε με νόημα ότι «με την κατάθεσή της, η κ. Ράικου έδειξε πως ο κ. Παπαγγελόπουλος έχει τελέσει τα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας στο αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας κατά φυσική αυτουργία και άμεση συνέργεια δικαστικών λειτουργών, της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση». 

 

Σήμερα στην ειδική επιτροπή προκαταρκτικής εξέτασης, η αντεισαγγελέας Εφετών, πρώην σιδηρά κυρία στην Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς, η Ελένη Ράικου περιέγραψε τον Δημήτρη Παπαγγελόπουλο ως το πολιτικό κέντρο σκευωρίας σε βάρος πολιτικών προσώπων, στην ανοικτή υπόθεση της Novartis, ταυτίζοντας τον μάλιστα με «παρακρατικές και τρομοκρατικές πρακτικές» και με επιχείρηση «κατάλυσης του κράτους δικαίου και κατάλυσης της δημοκρατίας». 

 

Η αντεισαγγελέας Εφετών κατήγγειλε επίσης ότι ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος βρήκε στο πρόσωπο της Ελένης Τουλουπάκη, την «πρόθυμη» Εισαγγελέα για να υλοποιήσει τον σχεδιασμό του και επέμεινε ότι η ίδια η Ελένη Ράικου δεν ήταν η μόνη εισαγγελέας που στοχοποιήθηκε, επειδή δεν υπέκυψε στις παρεμβάσεις του κ. Παπαγγελόπουλου, γιατί και άλλοι συνάδελφοί της έπεσαν θύματα των πρακτικών του πρώην αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης. 

 

Πιέσεις εκ μέρους του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου και παρεμβάσεις, της έχουν «εκμυστηρευτεί» και άλλοι συνάδελφοί της εισαγγελικοί λειτουργοί, όπως είπε, «όμως δεν θέλουν να μιλήσουν», «για να μην στοχοποιηθούν» όπως στοχοποιήθηκε εκείνη, επειδή δεν υπέκυψε στις παρεμβάσεις του υπουργού». 

 

Στο κλίμα αυτό, η ειδική επιτροπή προκαταρκτικής εξέτασης, αναμένεται να καλέσει, την ερχόμενη Τρίτη, ως μάρτυρα, τον Παναγιώτη Αθανασίου, Εισαγγελέα Εφετών ο οποίος είχε διατελέσει επικεφαλής των οικονομικών εισαγγελέων και είχε χειριστεί δύσκολες υποθέσεις φοροδιαφυγής και ξεπλύματος μαύρου χρήματος καθώς και υποθέσεις του τραπεζικού τομέα.   

 

«Τρομοκρατία και παρακράτος»

 

Η στοχοποίησή της έφτασε σε τέτοιο βαθμό, όπως φέρεται να επανέλαβε απόψε, που άρχισε να φοβάται για την φυσική και την ηθική της εξόντωση από παρακρατικές και τρομοκρατικές δυνάμεις.

 

Η κ. Ράικου φέρεται να κατέθεσε: «Μου λένε, ‘γιατί δεν το κατήγγειλες από την αρχή;'. Μα γιατί είμαι και άνθρωπος. Υπάρχει φόβος. Είχα τον γιο μου που έμενε μαζί μας. Έτρεμε η ψυχή μου, μην μου χτυπήσουν το παιδί. Στο τέλος έφτασα να του πω να φύγει από το σπίτι. Από την αρχή αισθάνθηκα κακοποιημένη. Δεν μιλούσα και έλεγα θα περάσει. Όταν όμως πήγαν να στοχοποιήσουν τον σύζυγό μου, είπα ‘δεν το ανέχομαι'. Μετά θα στοχοποιούνταν και τα παιδιά μου. Ήθελαν να πλήξουν το κύρος μου για να αναδείξουν την ικανότητα της Τουλουπάκη. Βγήκαν με αυτόν τον άθλιο τρόπο να χτυπήσουν την οικογένεια μου. Εκεί είπα ‘ως εδώ'».  

Στόχος του πρώην αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης δεν ήταν, όπως κατήγγειλε, να ασχοληθεί με το σκάνδαλο παράνομων πληρωμών σε γιατρούς αλλά να αποκομίσει πολιτικά οφέλη. «Ο κ. Παπαγγελόπουλος ποτέ δεν ρώτησε ούτε για γιατρούς ούτε για κάτι άλλο. Δεν τον ενδιέφερε το σκάνδαλο Novartis. Γι΄αυτό έστησε σκευωρία», φέρεται να είπε. 

Όπως επίσης φέρεται να κατέθεσε, η ίδια «τόλμησε να μιλήσει για τον Ρασπούτιν και τα κατασκευάσματά του, όταν αισθάνθηκε ότι με τις ενέργειες του, επεδίωκε την κατάλυση του κράτους δικαίου, την κατάλυση της δημοκρατίας».

Απαξιωτικά αναφέρθηκε στο «ποιόν» του Δ. Παπαγγελόπουλου, λέγοντας και το εξής: «για να καταλάβετε το ποιόν του χαρακτήρα του, μεσούσης της κατάθεσής μου, βγαίνει στα κανάλια και με εξυβρίζει και με απειλεί» και «είναι ηλίου φαεινότερο ποιος είναι ο σεναριογράφος σε αυτή την υπόθεση. Ο επονομαζόμενος Ρασπούτιν. Εάν ο πραγματικός Ρασπούτιν βλέπει, από εκεί που είναι, τον κ. Παπαγγελόπουλο, θα τον θαυμάζει. Και ακόμη θα αναρωτιέται, γιατί κάποια, από όσα κάνει ο Παπαγγελόπουλος, δεν τα είχε σκεφτεί εκείνος να τα κάνει». 

Κατά τη γνώμη της, όπως είπε, οι καταθέσεις των προστατευομένων μαρτύρων είναι κατασκευασμένες. «Αυτό προκύπτει και από το ίδιο το περιεχόμενό τους και από τον τρόπο που επανέρχονταν για να κατονομάσουν και ένα νέο πολιτικό πρόσωπο, κάθε φορά. Ιδίως ο Νικόλαος Μανιαδάκης, δεν έπρεπε να πάρει προστασία», φέρεται να είπε. 

Η αντεισαγγελέας Εφετών μίλησε ακόμη και για παρακρατικές μεθόδους αναφορικά με τον τρόπο που ελήφθησαν καταθέσεις από τους προστατευόμενους μάρτυρες. «Το γραφείο του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς είναι σε τέτοιο σημείο που μπορεί να παρθεί κατάθεση με απόλυτη μυστικότητα. Σε γκαρσονιέρες και ραντεβού σε καφέ, δεν πηγαίνουμε για να συναντήσουμε μάρτυρες», φέρεται να κατέθεσε. 

Η κ. Ράικου ρωτήθηκε και σήμερα για τις σχέσεις του κ. Παπαγγελόπουλου με την Ελένη Τουλουπάκη. «Όλο το δικαστικό σώμα, γνωρίζει ότι η Τουλουπάκη και ο Παπαγγελόπουλος είχαν πολύ φιλική σχέση. Προσωπική σχέση. Ξέρουμε στο δικαστικό σώμα, ποιος είναι φίλος με ποιον. Γι΄αυτό ήθελε την Τουλουπάκη στη θέση αυτή». 

 

Η αμοιβή

 

Αναφορικά με τη αμοιβή του γιατρού συζύγου της από τη Novartis, η Ελένη Ράικου δεν μπόρεσε να προσκομίσει αντίγραφο της σύμβασης που εκείνος είχε υπογράψει με την εταιρεία για μελέτη στην οποία μετείχε. Αντίγραφο της σύμβασης είχαν ζητήσει μέλη της ειδικής επιτροπής προκαταρκτικής εξέτασης. «Αναζήτησα τα αρχεία. Δυστυχώς όμως, προ ετών, είχε πλημμυρίσει το σπίτι μας και δεν βρέθηκαν», φέρεται να κατέθεσε.

Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης της Ελένης Ράικου, υπήρξε ο ακόλουθος διάλογος, όπως παρατίθεται από μέλη της επιτροπής:

Δ. Αυγέρη: Πότε μάθατε ότι και ο σύζυγός σας έχει πάρει χρήματα από τη Novartis;

Ελ. Ράϊκου: Το 2018 από τα δημοσιεύματα.

Δ. Αυγέρη: Μα εσείς μας είπατε ότι καθ΄όλη τη διάρκεια της έρευνας σας ασχοληθήκατε με πληρωμές που έχουν γίνει σε γιατρούς. Έστω το ένα από τα τρία εμβάσματα, που αναγνωρίζετε, δεν το είχατε δει; 

Ελ. Ράικου: Μα γιατί ασχολείστε μόνο με τον σύζυγό μου; 

Δ. Αυγέρη: Μα εσείς είπατε ότι το σκάνδαλο έχει να κάνει κυρίως με τις πληρωμές των γιατρών.

Ελ. Ράικου: Επαναλαμβάνω, μόνο με τον σύζυγό μου θα ασχολείστε; Δεν γνώριζα για τη συμμετοχή του σε αυτή τη μελέτη. 

Δ. Αυγέρη: Καταθέτετε δήλωση πόθεν έσχες η οποία περιλαμβάνει και τους λογαριασμούς σας. Δεν ρωτήσατε τι είναι αυτά τα χρήματα στον κοινό λογαριασμό σας; 

Ελ. Ράικου: Στον κοινό μας λογαριασμό δεν αναφερόταν ότι το κατατεθειμένο ποσό ήταν από τη Novartis, γι΄αυτό και δεν ρώτησα. 

Δ. Αυγέρη: Τότε πώς δηλώσατε το συγκεκριμένο ποσό στο δικό σας πόθεν έσχες το 2010;

Ελ. Ράικου: Δεν φαινόταν από πού ήταν. 

Δ. Αυγέρη: Αυτή είναι απάντηση από την εισαγγελέα που ερευνούσε το σκάνδαλο και επέμενε στους χρηματισμούς γιατρών; 

Ελ. Ράικου: Σας είπα, δεν φαινόταν. 

Δ. Αυγέρη: Η μελέτη του άνδρα σας, για την οποία υπάρχει το αναγνωρισμένο από εσάς έμβασμα, από τη Novartis το 2010, υπάρχει στο διαδίκτυο; 

Ελ. Ράικου: Όχι δεν τη βρήκα. 

Δ. Αυγέρη: Ούτε τη σύμβαση για τη μελέτη; 

Ελ. Ράικου: Σας είπα, πλημμύρισε το σπίτι μας και χάθηκε. 

Δ. Αυγέρη: Η μελέτη ήταν για το Diovan;

Ελ. Ράικου: Ναι. 

Δ. Αυγέρη: Ξέρετε ότι όσα μας λέτε περιγράφονται στη στρατηγική της Novartis και το πρόγραμμα Exactly; 

Ελ. Ράικου: Δεν γνωρίζω το πρόγραμμα Exactly.  

 Με αφορμή την κατάθεση της πρώην επικεφαλής της Εισαγγελίας Διαφθοράς Ελένης Ράικου στην προανακριτική επιτροπή της Βουλής,  ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης Δημήτρης Παπαγγελόπουλος σε δήλωσή του,  αναφέρει ότι «στην κα Ράικου  αρέσει να αυτογελοιοποιείται».

Συγκεκριμένα, η δήλωση του κ. Παπαγελόπουλου έχει ως εξής:

«Σήμερα κατέθεσε ότι εκτός από Ρασπούτιν, τρομοκράτης που βάζει βόμβες, είμαι και αρχηγός χούντας που επιδιώκω την κατάλυση της Δημοκρατίας. Όμως για τους τραπεζικούς λογαριασμούς της άκρα του τάφου σιωπή, σε απλά ελληνικά «μούγκα στη στρούγκα». 

Επαναλαμβάνω άλλη μια φορά και θα το επαναλαμβάνω συνέχεια, να ανοίξουν οι λογαριασμοί της. Να δούμε εάν είμαι εγώ πλαστογράφος ή η κα Ράικου μεγάλη ψεύτρα και απατεώνισσα, που ισχυρίζεται ότι πλαστογράφησα εμβάσματα φαρμακευτικών εταιρειών στους τραπεζικούς λογαριασμούς της».

 

 

Παρότι δικαιολογήθηκε στη βάση των άμεσων και όχι συνολικών αρμοδιοτήτων που είχε η συγκεκριμένη διεθνής σύνοδος, εντούτοις είναι σαφές ότι ο αποκλεισμός της Ελλάδας από τη Σύνοδο του Βερολίνου για την κατάπαυση του πυρός και την επανεκκίνηση της ειρηνευτικής διαδικασίας στη Λιβύη αποτέλεσε μια σημαντική πρόκληση της γερμανικής πλευράς απέναντι στην Ελλάδα.

 

Αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο εάν αναλογιστούμε ότι η ελληνική πλευρά με τον πιο επίσημο τρόπο είχε κάνει σαφές ότι επιθυμεί να έχει παρουσία, όπως είχε σε προηγούμενες ανάλογες, και ότι δικαιούνται να έχει αυτή την παρουσία στη βάση των άμεσων επιπτώσεων για την Ελλάδα της τρέχουσας επιδείνωσης της κατάστασης στη Λιβύη.

 

Αρκεί να αναλογιστούμε ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει ούτως ή άλλως θαλάσσια σύνορα με τη Λιβύη και ένα ιστορικό σχέσεων με την περιοχή, συμπεριλαμβανομένων και μεγάλων πρωτοβουλιών σε προηγούμενες δεκαετίες. Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση έθετε το εύλογο ερώτημα ότι ο ένας από τους δύο πόλους της εμφύλιας σύγκρουσης, η κυβέρνηση της Τρίπολης, μόλις είχε υπογράψει, με μια χώρα που είχε προσκληθεί στη Σύνοδο και έχει άμεση εμπλοκή στη σύρραξη, ένα μνημόνιο συνεργασίας που ακύρωνε κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας και οποιαδήποτε ειρηνευτική διαδικασία θα έπρεπε να περιλαμβάνει και την ακύρωση αυτού του μνημονίου, ιδίως από τη στιγμή όπου η άλλη πλευρά της σύγκρουσης, το λιβυκό κοινοβούλιο και ο στρατηγός Χαφτάρ, είχαν δηλώσει ότι δεν αναγνωρίζουν αυτό το μνημόνιο.

 

Και προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης: σε μια ειρηνευτική διαδικασία μιας σπαρασσόμενης χώρας η σαφής δήλωση ότι πράξεις ή συμφωνίες που μπορεί να έκανε κάποια από τις δύο πλευρές και οι οποίες διαταράσσουν τις διεθνείς σχέσεις της, θα μπορούσε να θεωρηθεί έως και αυτονόητο τμήμα των γενικών προϋποθέσεων μιας συμπεφωνημένης διαδικασίας ειρήνευσης.

 

 

 

Γιατί η Γερμανία προσπέρασε την Ελλάδα

Το ζήτημα αυτό έχει να κάνει με την ιδιαίτερη ακολουθία της λιβυκής κρίσης και τις προσπάθειες να υπάρξει μια ειρηνευτική διαδικασία, όπως αυτές κατέληξαν στη σύνοδο του Βερολίνου.

 

Παρότι αρχικά εκτιμήθηκε ότι ο συνδυασμός ανάμεσα στις κινητοποιήσεις κατά του Καντάφι και τους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς, σε μια περίοδο που συνέπιπτε με αυτό που έως και απλουστευτικά ονομάστηκε «Αραβική Άνοιξη», θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια δημοκρατική διέξοδο, συνέβη το ακριβώς αντίθετο. Η χώρα βυθίστηκε σε μια χαοτική κατάσταση που έφερε στο προσκήνιο όλες τις βαθιές διαιρέσεις που τη διαπερνούσαν, την ώρα που σταδιακά βγήκαν στο προσκήνιο και άλλοι παράγοντες όπως το Ισλαμικό Κράτος. Αυτό οδηγούσε σε αλλεπάλληλες προσπάθειες να σταματήσουν οι εμφύλιες συρράξεις και να υπάρξει πολιτική λύση, που όμως αποτύγχαναν.

 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε ενεργό ρόλο στο χειρισμό της λιβυκής κρίσης και μάλιστα οι ευρωπαϊκές χώρες υποστήριξαν ένθερμα τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς. Όμως, έδειξε σε διάφορες στιγμές ότι αδυνατούσε και να διαμορφώσει όρους για μια πολιτική λύση.

 

Ακόμη χειρότερα, η Λιβύη έγινε πεδίο ενός ιδιότυπου (και σε ορισμένες όψεις του νεοαποικιοκρατικού) ευρωπαϊκού ανταγωνισμού. Η Ιταλία χώρα με αποικιακό παρελθόν στην Λιβύη διεκδίκησε σημαντικό μέρος της λιβυκής παραγωγής πετρελαίου μέσα από την εταιρεία Eni, που εκτός όλων των άλλων έχει και σημαντικό μερίδιο στον αγωγό Greenstream που εξάγει φυσικό αέριο από τη δυτική Λιβύη στη Σικελία. Ανταγωνιστής της Eni η γαλλική Total που πρόσφατα εξασφάλισε μερίδιο σε ένα κοίτασμα πετρελαίου κοντά στη Σύρτη.

 

Ταυτόχρονα, η Ιταλία προσπάθησε να εξασφαλίσει ότι οι πολιτοφυλακές που στηρίζουν τον Σάρατζ θα παρεμποδίζουν πρόσφυγες και μετανάστες να κάνουν το πέρασμα από τη Λιβύη στην Ιταλία. Από τη μεριά της η Γαλλία ενδιαφέρεται ιδιαίτερα στο να λειτουργήσει η Λιβύη ως φραγμός στη μετακίνηση ένοπλων ισλαμιστών, κάτι που είναι και πλευρά της συνεργασίας που έχει με την πλευρά του Χαφτάρ.

 

Την ίδια ώρα γύρω από το λιβυκό εμφύλιο άρχισε να υπάρχει μια συσσώρευση τοπικών δυνάμεων που ούτως ή άλλως ήταν σε σύγκρουση. Αυτό εξηγεί τη συμπόρευση της Τουρκίας και του Κατάρ με την πλευρά Σάρατζ και της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Αιγύπτου με την πλευρά του Χαφτάρ. Η κλιμάκωση των αντιπαραθέσεων και οι επιθετικές κινήσεις του Χαφτάρ έφεραν τη μεγαλύτερη εμπλοκή της Τουρκίας (και μισθοφόρων από τη Συρία) και εμμέσως της Ρωσίας (με την εμπλοκή ρωσικής μισθοφορικής εταιρείας).

 

Ο κίνδυνος να υπάρξει μεγάλη κλιμάκωση και κυρίως πόλεμος για την κατάκτηση της Τρίπολης, σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο θεωρήθηκε όντως από τη «διεθνή κοινότητα» απειλή. Όμως, οι ΗΠΑ δεν έδειξαν κάποια επιθυμία να εμπλακούν. Η προσπάθεια της Ρωσίας στην όποια συνεννόηση με τη Τουρκία (καθώς στηρίζουν αντίπαλες πλευρές) για ειρήνευση προσέκρουσε σε πραγματικά όρια που αφορούν και την ίδια τη δυναμική της σύγκρουσης και το γεγονός ότι διάφορες από τις εμπλεκόμενες «τρίτες» χώρες τροφοδοτούσαν την αντιπαράθεση.

 

Αυτό άφηνε ένα περιθώριο στο Βερολίνο να βγει μπροστά. Με μια έννοια η Γερμανία, που δεν είχε άμεση εμπλοκή φάνταζε ως η χώρα που θα μπορούσε να ρίξει το βάρος υπέρ της ειρήνευσης, απολαμβάνοντας την εμπιστοσύνη των ΗΠΑ και έχοντας την ανοχή της Ρωσίας. Ταυτόχρονα, είναι σαφές ότι η γερμανική κυβέρνηση ήθελε να δείξει ότι μπορεί να έχει αποτελεσματική παρέμβαση σε μια διεθνή κρίση, κάτι που θα στήριζε εκτός όλων των άλλων και το κύρος της υπό την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που άλλωστε είχε διακηρύξει την επιθυμία να έχει αυξημένο «γεωπολιτικό ρόλο».

 

Όμως, για να το πετύχει αυτό η γερμανική πλευρά είναι σαφές ότι θα προσπαθούσε να εξασφαλίσει την αποφυγή οποιουδήποτε «κωλύματος» ή «προσκόμματος» στη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων και των ελληνικών ενστάσεων για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, κάτι που μπορεί να εξηγήσει και τον τουλάχιστον άκομψο αποκλεισμό της ελληνικής συμμετοχής, αποκλεισμό που είναι προφανές ότι στηρίχτηκε στην εκτίμηση ότι η ελληνική παρουσία θα δημιουργούσε προβλήματα στην όποια συμφωνία, όπως και στη παράλληλη εκτίμηση ότι η Ελλάδα, που απλώς «ανακλαστικά» στράφηκε πρόσφατα στην αναβάθμιση των σχέσεων με την πλευρά Χαφτάρ, δεν θα μπορούσε να συνεισφέρει στην πίεση προς επίλυση της κρίσης.

 

 

 

Τα ελλείμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Όμως, αυτή η αντιμετώπιση της χώρας αναδεικνύει και ένα ευρύτερο ζήτημα που αφορά την ελληνική εξωτερική πολιτική τα τελευταία χρόνια.

 

Ο συνδυασμός ανάμεσα στις δυσκολίες της μεταμνημονιακής συγκυρίας και το νέο κύκλο επιθετικότητας της Τουρκίας οδήγησε σε μια αντίληψη ότι το βασικό που χρειαζόμαστε είναι να οικοδομήσουμε ή να ενταχθούμε σε άξονες με ανταγωνιστικά προς την Τουρκία συμφέροντα, κυρίως μέσα από τη συμμαχία με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, και να διεκδικήσουμε να είναι η Ελλάδα η προνομιακή σύμμαχος των ΗΠΑ στην περιοχή.

 

Αυτό συνδυάστηκε, με μια σχετική υποχώρηση της προσπάθειας για αναβαθμισμένες σχέσεις με τη Ρωσία, παρότι οι εξελίξεις την έφεραν να μπορεί να ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στην Τουρκία, με αποκορύφωμα την ελληνορωσική διπλωματική κρίση του 2018 και με μια θεώρηση ότι στο ευρωπαϊκό επίπεδο κυρίως μας ενδιαφέρουν χώρες που μπορούν να έχουν ανταγωνιστικά συμφέροντα με την Τουρκία, όπως ήταν η Γαλλία.

 

Παράλληλα, Αθήνα και Λευκωσία θεώρησαν ότι η ανάθεση συμβολαίων εκμετάλλευσης οικοπέδων της ΑΟΖ σε αμερικανικές, γαλλικές και ιταλικές εταιρείες θα οδηγούσε και σε διπλωματική στήριξη των ελληνικών και κυπριακών θέσεων. Σε όλα αυτά προστέθηκε και ένα πάγιο πρόβλημα της ελληνικής διπλωματίας, ήταν η αντίληψη ότι εφόσον είμαστε χώρα της ΕΕ τα προβλήματά μας είναι και αυτομάτως ευρωπαϊκά και άρα θα έχουμε αλληλεγγύη.

 

Την ίδια στιγμή η συγκυρία των μνημονίων και το είδος της οικονομικής και σε τελική ανάλυση πολιτικής επιτήρησης στην οποία τέθηκε η Ελλάδα, είναι προφανές ότι αποτελούσε το ακριβώς αντίθετο μιας ελληνικής «προβολής ισχύος».

 

Όλα αυτά διαμόρφωναν στην πραγματικότητα μια συνθήκη όπου δεν ήταν καθόλου δεδομένο ότι η Ελλάδα θα είχε μια αυτόματη υποστήριξη των θέσεών της, πέραν γενικών καταγγελιών των «παράνομων ενεργειών».

 

Ακόμη περισσότερο, διαμόρφωναν την διάχυτη αίσθηση ότι η Ελλάδα απλώς διαμαρτύρεται για ό,τι κατά περίπτωση θεωρεί παραβίαση των δικαιωμάτων της, χωρίς να κάνει τον κόπο να αναμετρηθεί με τα ζητήματα στο σύνολό της, ή να πρωτοστατεί στη διεθνή σκηνή για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων.

 

Είναι η εικόνα ότι η Ελλάδα «θυμήθηκε» τη λιβυκή κρίση επειδή βρέθηκε αντιμέτωπη με το τουρκολιβυκό μνημόνιο και όχι επειδή ούτως ή άλλως είναι μια ανοιχτή πληγή στην περιοχή.

 

Το να λαμβάνονταν πραγματικά υπόψη οι ελληνικές θέσεις πέραν μιας συνολικότερης εικόνας ανασυγκρότησης της χώρας θα απαιτούσε και μια εξωτερική πολιτική που να μην περιορίζεται σε «άξονες» αλλά να έχει ευρύτερες συνεργασίας αλλά και να μπορεί να υποστηρίζει μια συνολικότερη στρατηγική για την ειρηνική συνύπαρξη στην ευρύτερη περιοχή, πέρα της απλής υπόμνησης των ελληνικών αιτημάτων. Σε μια τέτοια περίπτωση δύσκολα θα μπορούσε η Ελλάδα να αποκλειστεί.

Ανάλυση από το IN.GR

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE