Το κάστρο της Πάτρας και η ιστορία του - Εντυπωσιακές φωτογραφίες του χθες και του σήμερα

Το κάστρο της Πάτρας είναι χτισμένο σε χαμηλό λόφο του Παναχαϊκού σε απόσταση περίπου 800 μέτρων από την ακτή. Οικοδομήθηκε από τον Ιουστινιανό περίπου το 551 μ.Χ. για την άμυνα της περιοχής και ανήκει στα λεγόμενα κεφαλόκαστρα της Πελοποννήσου.

Η αρχαία Ακρόπολη των Πατρών είναι το καλύτερο σημείο για να αγναντέψει κανείς από ψηλά την πόλη. Από αυτό το σημείο αγνάντευε ο ιωνικής καταγωγής Εύμηλος, οικιστής και βασιλιάς της πρώτης μικρής πόλης που χτίστηκε εδώ. Τίποτα φυσικά δε σώθηκε απ’ αυτόν, πέρα από το μύθο που αναφέρει ότι αυτός πρώτος έμαθε να καλλιεργεί σιτάρι στον τόπο του, γι’ αυτό και ονόμασε την πόλη του Αρόη (από την λέξη «άροση»). Τα πρώτα τείχη ήταν μάλλον πλίθινα και γκρεμίστηκαν κατά την κάθοδο των Δωριέων (περίπου 1104 π.Χ.) εναντίον των Αχαιών. Αργότερα, οι Αχαιοί, με βασιλιά των Πρευγένη και το γιό του Πατρέα, από τον οποίο η Αρόη μετονομάστηκε σε Πάτρα, αφού επιτέθηκαν στους Δωριείς, ξαναέγιναν κυρίαρχοι στον τόπο τους.
Στο χώρο της Ακρόπολης (σημερινό Κάστρο) οι κάτοικοι της Αρόης είχαν μνημείο αφιερωμένο στον Ευρύπυλο. Αργότερα έφτιαξαν ναό, στον οποίο λάτρευαν την αρχαιότερη προστάτιδά τους, τη θεά Αθηνά, η οποία μετά το 280 π.Χ., οπότε αναδιοργανώθηκε η Αχαϊκή Συμπολιτεία, ονομάστηκε Παναχαΐδα. Στο ναό της θεάς υπήρχε χρυσελεφάντινο άγαλμά της.

Οι αιώνες που πέρασαν, μαζί και κάποιοι πόλεμοι, κυρίως εκείνος της Αχαϊκής Συμπολιτείας ενάντια στους Ρωμαίους κατακτητές, και οι σεισμοί, ιδιαίτερα ο μεγάλος σεισμός του καλοκαιριού του 551 μ.Χ., αφάνισαν τα τείχη και τα ιερά της Ακρόπολης.

Οι κάτοικοι της Πάτρας δε νοιάζονταν πια να ξαναχτίσουν τα ισοπεδωμένα ιερά της Ακρόπολής τους και της πόλης τους, γιατί προτίμησαν τη νέα θρησκεία του Χριστιανισμού, που τους δίδαξε ο Πρωτόκλητος Απόστολος Ανδρέας.

Αργότερα ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ιουστινιανός θα χτίσει στο λόφο της αρχαίας ακρόπολης, στη θέση του επάνω μέρους του σημερινού Κάστρου, μικρό φρούριο (βυζαντινό κάστρο), με υλικά προχριστιανικών οικοδομημάτων.
Στο μικρό βυζαντινό κάστρο της Ακρόπολης της Πάτρας που το χτίσιμό του έγινε μετά το σεισμό του 551 μ.Χ., θα κλειστούν το 805 μ.Χ., οι Βυζαντινοί, για να αντισταθούν και να αποκρούσουν την επιδρομή των Σλάβων και των Σαρακηνών, που πολιόρκησαν την πόλη. Τελικά, μετά από αποφασιστική έξοδο ακολούθησε η λαμπρή νίκη των Βυζαντινών.
Όμως το κάστρο της Πάτρας δεν άντεξε αργότερα στο πολιορκητικό χτύπημα των Φράγκων ιπποτών κατά τη διάρκεια της Δ’ Σταυροφορίας. Οι Φράγκοι κατακτητές ανέλαβαν την ενίσχυση και την επέκταση του μισοκατεστραμένου κάστρου. Πιο συγκεκριμένα ο Φράγκος Αρχιεπίσκοπος της Πάτρας Άντελμος ανέλαβε την οχύρωση του φρουρίου και προχώρησε στην ίδρυση πύργων στη δυτική πλευρά. Με τα έργα αυτά, της ανύψωσης και της επέκτασης, το κάστρο πήρε τη σημερινή του, περίπου μορφή.

Το φράγκικο Κάστρο της Πάτρας θα περάσει τους δύο επόμενους αιώνες πολλές περιπέτειες. Το διαφεντεύουν οι Φράγκοι και οι παπικοί της Ρώμης.
Στις αρχές του 15ου αιώνα οι Φράγκοι έχουν χάσει τμήματα της Πελοποννήσου. Τα πλούτη, όμως, της Πάτρας και το λιμάνι της, που έσφιζε από κίνηση, τράβηξαν το ενδιαφέρον των Ενετών, οι οποίοι ζήτησαν την εκμίσθωση της βαρωνίας από το λατίνο αρχιεπίσκοπο, που διατήρησε την πνευματική του δικαιοδοσία. Έτσι, το κάστρο της Πάτρας βρέθηκε στα χέρια των Ενετών.
Στις 19 Μαρτίου 1429, παραμονή των Βαΐων, οι Παλαιολόγοι που έχουν στρατοπεδεύσει στην Πάτρα, πραγματοποιούν επιτυχημένη έφοδο στο κάστρο. Η πόλη ελευθερώνεται και το κάστρο της Πάτρας ύστερα από 225 χρόνια ανήκει και πάλι στους Έλληνες.
Στα 1446, ο σουλτάνος Μουράτ Β’ κυριεύει την Κόρινθο και κατευθύνεται προς την Πάτρα. Τρία χρόνια αργότερα ο Μουράτ Β’ συνθηκολογεί με τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο με τον όρο ότι η Πελοπόννησος θα πληρώνει ετήσιο φόρο. Το πέσιμο της πρωτεύουσας του Βυζαντίου από το Μωάμεθ Β’ και ο θάνατος του Παλαιολόγου είναι η αρχή του τέλους.
Το Μάϊο του 1460, ο Μοριάς προσαρτήθηκε οριστικά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και το κάστρο της Πάτρα θα διατηρηθεί στα τουρκικά χέρια για 66 χρόνια.


Το 1532 θα πολιορκηθεί από τα ισπανικά στρατεύματα του ναύαρχου Ανδρέα Doria. Η τούρκικη φρουρά παραδόθηκε και απομακρύνθηκε προς τη Ναύπακτο. Στη συνέχεια ο Doria, αφού εγκατέστησε φρουρά στην Ακρόπολη, ανέθεσε τη φρούρηση στον Ενετό Αντώνιο Βάρβαρο. Αυτή η κάποια ανάσα για τους Πατρινούς δεν κράτησε πολύ γιατί μετά από έξι μήνες οι Τούρκοι θα διώξουν τους Ισπανούς και θα ξαναπάρουν το Κάστρο.
Στα 1687, 155 χρόνια μετά από εκείνη την ανάσα του Doria, ο Ενετός στρατάρχης Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο επικαλούμενος Πελοποννησιακός, κυρίευσε την Πάτρα και το Κάστρο της. Στη διάρκεια της πολιορκίας ο Τούρκος πασάς Μεχμέτ, βλέποντας πως όλα είναι χαμένα, ανατίναξε μέρος του φρουρίου. Σε όλη την περίοδο των 28 χρόνων της Β’ Ενετοκρατίας     (1687 – 1715), οι Ενετοί έκαναν τις δυνατές επιδιορθώσεις του Κάστρου.
Το 1714 ένας δυνατός σεισμός προξένησε σοβαρότατες καταστροφές στην πόλη και το κάστρο. Έτσι μισογκρεμισμένο θα το βρουν οι Τούρκοι τον επόμενο χρόνο, που θα το ξανακάνουν δικό τους, αφού η ενετική φρουρά του θα το εγκαταλείψει χωρίς μάχη.
Οι Πατρινοί, που υπέφεραν, όπως και όλοι οι Έλληνες, απ’ το βάρος της τούρκικης σκλαβιάς, μόνο μια φορά σε όλη την υπεραιώνια δεύτερη τουρκοκρατία, ένιωσαν τις καρδιές τους να χτυπούν χαρούμενα. Ήταν το 1770, όταν τα στρατεύματα των Ρώσων αδερφών Ορλώφ, συνεργαζόμενα με τους νησιώτες (Κεφαλλονίτες, Ζακυνθινούς), πολιόρκησαν το Κάστρο τους.
Ήταν Μεγάλη Παρασκευή του 1770, όταν οι Ρώσοι έλυσαν την πολιορκία του Κάστρου της Πάτρας και ταυτόχρονα έδωσαν τέλος στην τούρκικη θηριωδία. Όσοι από τους κατοίκους δεν πρόλαβαν να φύγουν σφάχτηκαν και η πόλη παραδόθηκε στις φλόγες.
Η Πάτρα ήταν ένα σωρός από στάχτες για πολλά χρόνια μέχρι το 1821, οπότε μέσα από τις στάχτες (όχι μόνο της Πάτρας αλλά ολόκληρου του Μοριά) ξεπήδησε η φλόγα της επανάστασης. Οι Τούρκοι έμειναν στο κάστρο της Πάτρας μέχρι το 1828, οπότε το παρέδωσαν αμαχητί στην πολύ ανώτερη δύναμη του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος υπό το στρατηγό Μαιζόν (ο οποίος έδωσε το όνομά του στην οδό Μαιζώνος, έναν από τους πιο κεντρικούς δρόμους της πόλης).
Μετά την αποχώρηση των Τούρκων, οι Γάλλοι με την βοήθεια των Πατρινών επιδιόρθωσαν την τάφρο και τα ετοιμόρροπα μέρη του Κάστρου και έστησαν πολλά πυροβολεία. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Κατοχής οι Γάλλοι άνοιξαν καφενείο, το Café Parisien, στο οποίο προσφερόταν και γαλλικός καφές.
Στις 15 Αυγούστου 1829 οι Γάλλοι παρέδωσαν το Κάστρο της Πάτρας μαζί με αυτό του Ρίου στον Έλληνα φρούραρχο Ράϊκο, ο οποίος ξεκίνησε καινούργιες επισκευές. Από τότε το κάστρο είναι ελληνικό.
Στα τέλη του 19ου αιώνα κάποιος Μιλτιάδης Δόξας, ταξίαρχος και τότε υποψήφιος βουλευτής, ζητούσε την κατεδάφισή του, αίτημα που φυσικά δεν πραγματοποιήθηκε. Μάλιστα, είχε και την υποστήριξη τοπικής εφημερίδας.
Το Κάστρο είχε λειτουργήσει και ως εγκληματικές φυλακές από το 1880 ως το 1926.
Κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βομβαρδίστηκε από τους Ιταλούς. Ταρακουνήθηκαν τα τείχη, έπεσε το επάνω μέρος του στρογγυλού δυτικού πύργου και καταστράφηκαν τα στρατιωτικά κτίρια που είχαν προστεθεί στο νοτιοδυτικό εσωτερικό χώρο. Κατά τη διάρκεια της κατοχής γκρεμίζεται ένα μέρος της κύριας εισόδου του μαζί με την τοξωτή καστρόπορτα.
Από το 1950 μέχρι το 1973 ο χώρος του Κάστρου ανήκε στο Δήμο, τον οποίο χρησιμοποιούσε ως φυτώριο. Από το 1973 και μετά το Κάστρο βρίσκεται υπό την εποπτεία της ΣΤ’ Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.
Το 1950 έγιναν κάποιες ανασκαφές με διάνοιξη τάφρου δίπλα στα ερείπια της λατινικής εκκλησίας, όπου βρέθηκαν διάφορα ευρήματα. Η λεγόμενη λατινική εκκλησία αποτελεί ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα ερείπια στο χώρο του Κάστρου. Είναι τα ερείπια του πρωτοβυζαντινού ναού της Αγίας Σοφίας, ο οποίος μετατράπηκε σε λατινική εκκλησία και μετά σε τζαμί.
Στα χρόνια 1971 – 73 έγιναν εργασίες στερέωσης των τειχών και των πύργων, κλεισίματος των ρωγμών, ετοιμόρροπων τμημάτων, καθαρισμού των τόξων υπό την εποπτεία του Ευστ. Φεργαδιώτη.
Από το 1986 ο Δήμος Πατρών έφτιαξε ένα λυόμενο θέατρο όπου πραγματοποιούνται καλλιτεχνικές παραστάσεις.

Εξωτερική βόρεια πλευρά του Κάστρου

Ξεκινώντας μια εξωτερική βόλτα γύρω από το κάστρο, παρατηρούμε τον βορειοανατολικό πύργο του κάστρου και κατευθυνόμαστε προς τη βόρεια πλευρά του.
Παρατηρώντας την τοιχοδομία του πύργου, διακρίνουμε μεγάλα τμήματα της πρώτης οικοδομικής περιόδου (δεύτερο μισό του 6ου μ.Χ. αιώνα). Αυτή η περίοδος χαρακτηρίζεται από τη χρήση αρχαίου υλικού. Η εξωτερική όψη αποτελείται σχεδόν εξολοκλήρου από τεράστιους δρόμους, πύρινους ή μαρμάρινους και διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη, επιστύλια, γείσα ακόμη και τμήματα αγαλμάτων και μεγάλο αριθμό κιόνων. Τα κενά που προκύπτουν ανάμεσα στους δόμους πληρούνται με μικρά κομμάτια μαρμάρου, λίθους, σπασμένα κεραμίδια και κονίαμα.
Προχωρώντας στη βόρεια πλευρά διακρίνουμε στοιχισμένους σπονδύλους κιόνων από τους ναούς της Αρτέμιδος Λαφρίας και της Αθήνας Παναχαΐδος. Το γεγονός ότι το υλικό αυτό βρίσκεται στη βόρεια πλευρά επιτρέπει την εικασία ότι οι ναοί βρίσκονται κοντά στη βόρεια πλευρά του κάστρου.

Από την πύλη της θάλασσας

Φτάνοντας στις σκάλες της οδού Αγ. Νικολάου μετά από 199 σκαλιά βλέπουμε το κάστρο με τη δυτική του πύλη, γνωστή σαν «πύλη της θάλασσας». Εκεί βρίσκεται ο μεγάλος στρογγυλός πύργος της Δυτικής γωνίας. Η εσωτερική ευρυχωρία τού επέτρεπε τη μόνιμη παρουσία φρουράς στον Πύργο, από όπου είναι ορατή η πόλη και ολόκληρος ο κόλπος.
Μπαίνοντας από την «πύλη της θάλασσας» το μάτι μας πέφτει πάνω σε μία εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα που μαρτυρά πως από εδώ πέρασε ελευθερωτής ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος το 1430 μετά από πολιορκία ενός χρόνου. Η πλακέτα λέει:

«Στο μαρμαρωμένο βασιλιά, ομορφιά και λατρεία του ελληνικού λαού. Στο κάστρο τούτο που πήρε νικητής των Φράγκων και απελευθερωτής και ξεκίνησε έπειτα για τη βασιλεύουσα. Ο αντρειωμένος. Η Πάτρα η πανέμορφη που’ χε παρηγοριά του στις 29 Μαίου 1953. 500 χρόνια άσβεστης μνήμης».

Η μακρόχρονη πολιορκία του κάστρου επί ένα χρόνο, τη στιγμή που ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είχε καταλάβει την πόλη των Πατρών, μαρτυράει ότι τα έργα των Βενετών ήταν αποτελεσματικά. Οι Βενετοί το 1408 είχαν παραλάβει το κάστρο με παραχωρητήριο από τον Πάπα και είχαν εκτελέσει επισκευές και εκσυγχρονιστικές παρεμβάσεις.

Προχωρώντας στο εσωτερικό

Το εσωτερικό οχυρό που βρίσκεται στην ΒΑ γωνία του όλου οχυρωτικού περιβόλου, χρησίμευε για έσχατη άμυνα σε περίπτωση που θα έπεφτε ο εξωτερικός περίβολος του κάστρου.
Η προς το κέντρο του κάστρου πλευρά του έχει μπροστά τάφρο, στην οποία γέμιζαν με νερό όταν το κάστρο κινδύνευε ώστε ο εχθρός να μην μπορεί να πλησιάσει.
Το εσωτερικό οχυρό (donjon) ήταν πολύ συνηθισμένο στα φραγκικά κάστρα.
Η είσοδός του βρίσκεται στη νότια πλευρά και στον εσωτερικό περίβολο υπάρχει αύλειος χώρος και υπόγεια μεγάλη δεξαμενή με πλινθέκτιστο θόλο.
Ο εσωτερικός θόλος έχει περιμετρικά έξι πύργους, διαφορετικής κατασκευής και μορφολογίας.
Γενικά, το εσωτερικό του περιβόλου αποδίδει μία βυζαντινή αίσθηση, παρά το γεγονός ότι σχεδόν κανένα από τα κτίσματα δεν παρουσιάζει αμιγή κατασκευή.

Ερείπια βυζαντινού ναού και τζαμί

Βόρεια από τον κεντρικό δρόμο στο εσωτερικό του κάστρου λίγο πριν το οχυρό υπάρχουν τα ερείπια ενός τζαμιού.
Πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι τα σωζόμενα ερείπια ανήκουν στο βυζαντινό ναό της Αγίας Σοφίας, που ιστορικά μαρτυρείται ότι υπήρχε μέσα στο κάστρο.
Το τζαμί είναι το μοναδικό σωζόμενο με κάποιο ύψος κτίσμα του εξωτερικού περίβολου.
Τα σωζόμενα στοιχεία ανήκουν στην κατασκευή ενός μιχράμιθ, άρα αναμφίβολα το κτίριο είναι ένα από τα τζαμιά που αναφέρει ότι είδε στο κάστρο ο Εβλιγιά Τσελεμπί τον 17ο αιώνα.

Προχωρώντας προς την έξοδο

Λίγο πριν την έξοδο από την κύρια πύλη υπάρχει το μικρό υπαίθριο θεατράκι το οποίο τους καλοκαιρινούς μήνες φιλοξενεί, δίνοντας γενναιόδωρα την πλούσια γοητεία και ομορφιά του κάστρου, πολυάριθμες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Φτάνοντας στην κύρια πύλη παρατηρούμε τη θολωτή είσοδο που προστατεύεται από ορθογώνιο πύργο που είναι τούρκικο έργο.
Στη διάρκεια της τουρκοκρατίας, από το 1458, όπου το πήραν από την Παλαιολόγο, μέχρι το 1687, οπότε άρχισε η περίοδος της Β΄ Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο, έγιναν επισκευές και προσθήκες στο κάστρο από τους Τούρκους.
Προστέθηκαν κτίσματα αμυντικού χαρακτήρα αλλά και πολλά διοικητικά κτίρια και τζαμιά, λουτρά, κ.ά. δεδομένου ότι την περίοδο αυτή οι κύριες λειτουργίες της πόλης γίνονταν μέσα στο κάστρο και στη γειτονική προς Νότο περιοχή.

Βγαίνοντας από την κεντρική πύλη

Φεύγοντας από το κάστρο βγαίνουμε στον κεντρικό δρόμο, που ενώνει την παλιά πόλη με το δασύλλιο. Εκεί ήταν η εξωτερική τάφρος, η οποία σωζόταν μέχρι τα χρόνια του μεσοπολέμου, όπως μαρτυρούν οι φωτογραφίες.
Κατηφορίζοντας φτάνουμε στο μέσον περίπου της νότιας πλευράς του κάστρου συναντάμε πύργο που στην κύρια όψη του υπάρχει εσοχή στην τοιχοποιία, μέσα στην οποία είναι εντοιχισμένος κορμός αγάλματος και κεφάλι ανδρός των ρωμαϊκών χρόνων.
Το παραμορφωμένο αυτό άγαλμα πήρε μυθικές διαστάσεις στα μάτια των κατοίκων της Πάτρας. Παλαιότερα, από τους περιηγητές θεωρήθηκε ότι είναι ο Δίας ή ο Πατρέας αλλά στα νεώτερα χρόνια έγινε το στοιχείο της πόλης η «Πατρινέλα». Η παράδοση λέει ότι ήταν γυναίκα μεταμορφωμένη σε άντρα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, που φυλάει την πόλη από επιδημίες και κλαίει τις νύχτες, όταν πεθάνει κάποιος γνωστός Πατρινός.

Οι σκάλες της Αγίου Νικολάου

Φτάνοντας στο τέλος της περιήγησης έχουμε μπροστά μας την πόλη της Πάτρας με το λιμάνι της, την Παντάνασσα, τον Άγιο Αντρέα και το μάτι φεύγοντας να φτάνει μέχρι απέναντι στο Μεσολόγγι και πίσω μας, το κάστρο να εκπέμπει μεγαλοπρέπεια, γοητεία και μία φιλοσοφία που αξιώνει την απόλαυση του σήμερα πριν τη μετατροπή του, σε τουριστικό αξιοθέατο.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ


ΤΑΦΡΟΙ

Στο κάστρο υπάρχουν 2 τάφροι. Η μια τάφρος (εξωτερική) περιέβαλλε τις 3 πλευρές του κάστρου. Η δεύτερη είναι εσωτερική και περιέβαλλε τις 2 πλευρές του εσωτερικού περιβόλου. Η επικοινωνία πάνω από τις τάφρους πρέπει αρχικά να γινόταν με ξύλινες γέφυρες, ενώ μεταγενέστερα κατασκευάστηκαν δίτοξες κτιστές γέφυρες όπως αυτή που υπάρχει σήμερα μπροστά από την είσοδο του εσωτερικού περιβόλου. Ιστορικά δεν είναι γνωστό σε ποια εποχή διανοίχτηκαν οι τάφροι, όμως από τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά τους καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι είναι έργο των φράγκων ή των Ενετών.

Η ΚΥΡΙΑ ΠΥΛΗ

Η κεντρική είσοδος του κάστρου βρίσκεται στο μέσο της ανατολικής πλευράς και σήμερα σώζεται μόνο ένα μέρος τη. Ένας πλινθόκτιστος θόλος καλύπτει το πέρασμα προς το εσωτερικό του κάστρου, όπου υπάρχουν 2 τοξωτά ανοίγματα. Το πρώτο είναι οξυκόρυφο και παρόμοιας κατασκευής με την εξωτερική πύλη ενώ προς τα δυτικά υπάρχει λιθόκτιστος θόλος και τοξωτό ημικυκλικό άνοιγμα.

ΤΑ ΤΕΙΧΗ

Τα πρώτα τείχη ήταν μάλλον πλίθινα και γκρεμίστηκαν από τους Δωριείς περίπου το 1100 π.Χ. Η πρώτη οικοδομική φάση χρονολογείται στο 2ο μισό του 6ου αιώνα και χαρακτηρίζεται κυρίως από τη χρήση αρχαίου υλικού. Η εξωτερική όψη των τειχών αυτής της φάσης αποτελείται από τεράστιους δρόμους (πώρινους ή μαρμάρινους) και διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη, όπως επιστύλια, τμήματα αγαλμάτων και κιόνων. Η επόμενη οικοδομική φάση ανήκει στην περίοδο της φραγκοκρατίας και η κατασκευή των τειχών αυτής της περιόδου διακρίνεται από τη χρήση μικρών λίθων (προερχόμενων από αρχαία οικοδομήματα), πετρών και κεραμιδιών συνδεδεμένων με κονίαμα. Τα τείχη διατηρούν στο πάνω μέρος τη μορφή που πήραν μετά τις επισκευές των χρόνων της Τουρκοκρατίας.

ΠΡΟΜΑΧΩΝΕΣ

Στο βορειοδυτικό άκρο του φρουρίου οι Βενετοί κατασκεύασαν επιβλητικό προμαχώνα που δεσπόζει της πόλης. Η θέση του δεν είναι τυχαία. Περιηγητής του 17ου αιώνα αναφέρει για τον προμαχώνα: «καλοχτισμένος, ψηλός και ισχυρός, με πολύ μακριά κανόνια που ελέγχουν το δρόμο και που βρίσκονται τοποθετημένα πολύ ψηλά ώστε να χτυπήσουν με επιτυχία κάποιο πλοίο». Πολυγωνικός προμαχώνας υπάρχει και στη νοτιοανατολική γωνία του κάστρου. Ο προμαχώνας αυτός είναι 7πλευρος, έχει βυζαντινό τρόπο δόμησης και χτίστηκε από τους Τούρκους.

ΠΥΡΓΟΙ
 
Στο μέσο του νότιου τείχους του κάστρου υπάρχει πύργος της πρώτης οικοδομικής φάσης. Ο πύργος αυτός είναι γνωστός ως πύργος της Πατρινέλλας. Στο μέσο της βόρειας πλευράς προστέθηκε στα χρόνια της Τουρκορατίας κυκλικός πύργος διαμορφωμένος ώστε να εξυπηρετεί πυροβόλα όπλα.


ΤΖΑΜΙ

Το τζαμί έχει ορθογωνική κάτοψη και σε ύψος σώζεται μόνο η νότια πλευρά του. Πρόκειται για τα μόνα σωζόμενα ερείπια στο χώρο του κάστρου. Αρχικά επρόκειτο για τον προβυζαντινό ναό της αγίας Σοφίας, ο οποίος μετατράπηκε σε λατινική εκκλησία και μετά σε τζαμί.

ΠΑΤΡΙΝΕΛΑ

Πρόκειται για μαρμάρινο άγαλμα ακρωτηριασμένο, με γενειοφόρο κεφάλι, κομμένο στο λαιμό. Ο Θωμόπουλος υποστήριζε ότι μοιάζει στο Δία, ενώ άλλοι στον Πατρέα. Κατά την τουρκοκρατία κάποιοι αφελείς κάτοικοι που από το φόβο των τούρκων δεν μπορούσαν να πλησιάσουν τα τείχη, μεταμόρφωσαν το άγαλμα σε γυναίκα και το ονόμασαν Πατρινέλλα. Σπίτι της θεωρείται το κάστρο και συγκεκριμένα η εξωτερική κόγχη του Νοτίου τείχους, όπου βρίσκεται.
Σύμφωνα με την παράδοση εξασφάλιζε την πόλη από κάθε κακό και κυρίως από τις επιδημίες που τότε ήταν συχνές. Οι γυναίκες που κατοικούσαν κοντά στη δεξαμενή φαντάζονταν ότι τα μεσάνυχτα κατέβαινε στην πόλη. Μάλιστα μετά από το θάνατο κάθε σημαντικού Πατρινού έβγαινε τη νύχτα στους δρόμους της πόλης, σέρνοντας χοντρές αλυσίδες. Θεωρείται ως στοιχειό περπατιάρικο και αγαθοποιό. Μάλιστα οι άνθρωποι έπιναν άφοβα νερό γύρω από την πηγή της.
Τα παιδιά της συνοικίας του Παντοκράτορα, όταν επρόκειτο να δώσουν αγώνα πετροπόλεμου με τα παιδιά άλλης συνοικίας και κυρίως του Αγ. Δημητρίου, πήγαιναν στην Πατρινέλλα και έδιναν όρκο ότι θα νικήσουν.
Γύρω στο 1966 έγινε κάποιος θόρυβος για εμφάνιση της Πατρινέλλας στην Πάτρα.

 

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE