Το ηλιακό φως μπορεί να εξουδετερώσει το νέο κορωνοϊό μέσα σε μόλις 30 λεπτά σύμφωνα με μια νέα έρευνα Αμερικανών ερευνητών!

Οι ιολόγοι ανακάλυψαν ότι η υπεριώδης ακτινοβολία του ηλιακού φωτός μπορεί να καταστρέψει σε μόλις μισή ώρα το 90% του SARS-CoV-2 που είχε καταλήξει ΄σε επιφάνειες μέσω σταγονιδίων από το βήχα ή το φτάρνισμα ενός φορέα. Ο κορωνοϊός, με τα εννέα εκατομμύρια κρούσματα ανά την υφήλιο μέχρι τώρα, καλύπτεται από ένα προστατευτικό περίβλημα, που εξασθενεί με τη θερμότητα του σώματος, όταν μολύνει κάποιο άτομο. Όταν καταλήγει στον αέρα ή σε επιφάνειες με σταγονίδια, η υπεριώδης ακτινοβολία μπορεί να καταστρέψει το περίβλημα αυτό, αφήνοντας τον ιό εκτεθειμένο να «στεγνώσει» και να αποσυντεθεί υπό το ηλιακό φως.

Η έρευνα του δρος Χοσέ Λουίς Σαγκριπάντι, συνταξιούχου ιολόγου των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και του συναδέλφου του δρος Ντέιβιντ Λάιτλ, που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση Photochemistry and Photobiology, διεπίστωσε ότι στη διάρκεια της κορύφωσης του καλοκαιριού στο Λονδίνο τον Ιούνιο αρκούν μόλις 30 λεπτά ηλιακού φωτός για να μειώσουν κατά 90% τη μολυσματικότητα του κορωνοϊού, ενώ τον Σεπτέμβριο θα χρειάζονταν μία ώρα και 17΄και σχεδόν τρεις ώρες τον Μάρτιο. Τον χειμώνα, ωστόσο, όταν αναμένεται ένα δεύτερο κύμα της πανδημίας στην Ευρώπη, το ηλιακό φως είναι αδύναμο και θα χρειαζόταν πέντε ώρες για να σκοτώσει τον SARS-CoV-2, που μπορεί να επιβιώσει επί μέρες σε κλειστούς χώρους.

«Ο εξαναγκασμός των πολιτών να παραμένουν σε κλειστούς χώρους ίσως να επέτεινε ή να διασφάλισε τη μόλυνσή τους από τον κορωνοϊό από άλλους συνοίκους και μεταξύ ασθενών και μελών του προσωπικού σε νοσοκομεία ή οίκους ευγηρίας. Αντιθέτως, υγιή άτομα που κινούνται σε εξωτερικούς χώρους και δέχονται την ηλιακή ακτινοβολία ίσως να εκτέθηκαν σε χαμηλότερο ιικό φορτίο και να έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν μια αποτελεσματική ανοσοαπόκριση», γράφουν οι Αμερικανοί επιστήμονες στη μελέτη τους.

Η πανδημία του κορωνοϊού κατέδειξε με τον πιο εμφατικό τρόπο την αξία της πρόληψης και των εμβολιασμών.

Ολόκληρος ο πλανήτης παρακολουθεί εδώ και μήνες τις προσπάθειες των ειδικών να αντιμετωπίσουν την πανδημία του κορωνοϊού, μια υγειονομική κρίση που θα λήξει οριστικά όταν βρεθεί το εμβόλιο ενάντια στον ιό. Περισσότερες από 100 ερευνητικές ομάδες εργάζονται εντατικά σε όλο τον κόσμο προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα αξιόπιστο και αποτελεσματικό εμβόλιο, ως τα τέλη του χρόνου.

Δραματική μείωση εμβολιασμών μέσα στην πανδημία

Ωστόσο, η μάχη αυτή με το χρόνο δεν θα πρέπει να αποσπά την προσοχή μας από άλλες ασθένειες και την επιτακτική ανάγκη εμβολιασμού για δεκάδες άλλα σοβαρά και θανατηφόρα λοιμώδη νοσήματα. Ασθένειες για τις οποίες η επιστήμη έχει αναπτύξει αποτελεσματικά και ασφαλή εμβόλια που προστατεύουν κατά κύριο λόγο τα μικρά παιδιά, αλλά και τους ενήλικες.

Παρά τις συστάσεις των ειδικών για την σημασία συνέχισης των εμβολιασμών κατά τη διάρκεια της πανδημίας, δεδομένα από διάφορες χώρες καταγράφουν σημαντική μείωση των εμβολιασμών που προσεγγίζει το 50% στις ηλικιακές ομάδες κάτω των δύο ετών και υπερβαίνει το 70% στις μεγαλύτερες ηλικίες. Σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών, αντίστοιχα είναι και τα ποσοστά μείωσης και στη χώρα μας.

Ως αποτέλεσμα, έχει δημιουργηθεί ένα σημαντικό εμβολιαστικό κενό, που μεταφράζεται σε κενά προστασίας έναντι σημαντικών νοσημάτων, τα οποία στο πρόσφατο παρελθόν έχουν σημειώσει επιδημικές εξάρσεις (ιλαρά, μηνιγγίτιδα κλπ.). Να σημειωθεί εδώ ότι στη χώρα μας εξακολουθούν να καταγράφονται κρούσματα μηνιγγίτιδας Β, μιας εξαιρετικά επικίνδυνης και ραγδαία εξελισσόμενης νόσου, παρότι προλαμβάνεται με εμβολιασμό.

Να καλυφθεί το εμβολιαστικό κενό

Λόγω της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί, η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών έχει προχωρήσει σε επικαιροποίηση των οδηγιών της και συστήνει να αναπληρωθούν άμεσα όλα τα εμβόλια που καθυστέρησαν να χορηγηθούν.

Μάλιστα, ο κίνδυνος που προκύπτει από το εμβολιαστικό κενό οδήγησε και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων να αποστείλει επιστολή στον Υφυπουργό Υγείας και τον Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Υγείας, με την οποία ζητά την άμεση εκκίνηση εκστρατείας ευαισθητοποίησης του γενικού πληθυσμού για τους εμβολιασμούς από το Υπουργείο, καθώς και την άρση κάθε είδους εμποδίου στην πρόσβαση των ασθενών στους εμβολιασμούς.

Υπενθυμίζεται στο σημείο αυτό και η σχετική αναφορά του Σωτήρη Τσιόδρα, ο οποίος κατά τη διάρκεια μιας ενημέρωσής του προς το κοινό, είχε καλέσει τους γονείς να μηναμελούν τα εμβόλια, ειδικά στα παιδιά ως δύο ετών. «Η διακοπή του εμβολιασμού μπορεί να αποβεί μοιραία, καθώς ίσως αυξηθούν οι πανδημίες παγκοσμίως και το σύστημα υγείας να πιεστεί με μια νόσο για την οποία υπάρχει ήδη εμβόλιο», είχε σημειώσει.

Γιατί είναι καλή περίοδος για να κάνει κάποιος τα εμβόλια που έχει παραλείψει

Οι ειδικοί αναφέρουν πως η περίοδος που διανύουμε είναι ιδανική για τη διενέργεια εμβολιασμών, ώστε να αναπληρωθεί το κενό αυτό κι αυτό γιατί τα επίπεδα των εποχικών λοιμώξεων είναι εξαιρετικά χαμηλά, ενώ τα παιδιά προσχολικής αγωγής θα πρέπει ούτως ή άλλως να επισκεφθούν τον παιδίατρό τους για Ατομικό Δελτίο Μαθητή. Αλλά και τα μεγαλύτερα παιδιά είναι πιο πιθανό να επισκεφθούν το διάστημα αυτό τον παιδίατρο, για βεβαιώσεις που χρειάζονται για κατασκηνώσεις και άλλες καλοκαιρινές δραστηριότητες.

Επίσης, καθώς τα σχολεία κλείνουν σε λίγες μέρες, ο παιδιατρικός πληθυσμός έχει περισσότερο χρόνο προκειμένου να επισκεφθεί τον γιατρό.

Σε ό, τι αφορά την εύλογη ανησυχία των γονέων για ενδεχόμενη έκθεση των παιδιών στον νέο κορωνοϊό, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων τονίζει πως σε όλα τα ιατρεία και κέντρα εμβολιασμού τηρούνται όλα τα μέτρα προστασίας και οι εμβολιασμοί είναι απολύτως ασφαλείς.

Οι ασθενείς με κορωνοϊό που έχουν στο αίμα τους πολύ υψηλά επίπεδα της ορμόνης του στρες κορτιζόλης, αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν γρήγορη επιδείνωση και να πεθάνουν από τη νόσο, σύμφωνα με μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα, με τη συμμετοχή δύο ελληνικής καταγωγής ερευνητών της διασποράς

Η μελέτη δείχνει για πρώτη φορά ότι τα επίπεδα της κορτιζόλης αποτελούν βιοδείκτη πρόγνωσης για την εξέλιξη της νόσου, πράγμα το οποίο θα βοηθήσει να εντοπίζονται έγκαιρα οι ασθενείς που είναι πιθανότερο να χρειαστούν εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας και πιο επιθετική φαρμακευτική αγωγή.

 

Οι ερευνητές του Κολεγίου Imperial του Λονδίνου, με επικεφαλής τον καθηγητή ενδοκρινολογίας Γουόλτζιτ Ντίλο, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet Diabetes & Endocrinology», μελέτησαν 535 ασθενείς με ύποπτα συμπτώματα κορονοϊού, οι οποίοι είχαν εισαχθεί σε τρία λονδρέζικα νοσοκομεία και από τους οποίους οι 403 διαγνώστηκαν τελικά με Covid-19.

Η κορτιζόλη παράγεται στο σώμα ως απόκριση στις διάφορες πηγές στρες, όπως οι ασθένειες, πυροδοτώντας στη συνέχεια αλλαγές στο μεταβολισμό, στη λειτουργία της καρδιάς και στο ανοσοποιητικό σύστημα. Τα φυσιολογικά επίπεδα κορτιζόλης στους υγιείς και χωρίς στρες ανθρώπους είναι 100 έως 200 nm/L και σχεδόν μηδενικά στη διάρκεια του ύπνου.

Όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, όταν οι ασθενείς έχουν πολύ χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης, αυτό μπορεί να αποβεί απειλητικό για τη ζωή τους. Από την άλλη, τα υπερβολικά υψηλά επίπεδα της ορμόνης αυτής στη διάρκεια μιας νόσου μπορεί να είναι εξίσου επικίνδυνα, αυξάνοντας τον κίνδυνο επιδείνωσης της λοίμωξης.

Η μελέτη διαπίστωσε αρχικά ότι τα επίπεδα κορτιζόλης στους ασθενείς με Covid-19 ήσαν σημαντικά υψηλότερα, σε σχέση με όσους δεν είχαν τη νόσο, και έφθαναν έως 3.241 nm/L, πολύ πάνω από τα επίπεδα που υπάρχουν συνήθως μετά από μια σοβαρή χειρουργική επέμβαση (έως 1.000 nm/L). Επιπλέον, οι ασθενείς με επίπεδα κορτιζόλης κάτω του 744 επιβίωσαν κατά μέσο όρο για 36 μέρες, ενώ εκείνοι με επίπεδα άνω του 744 επιβίωσαν μόνο για 15 μέρες.

«Τώρα πλέον, όταν οι άνθρωποι φθάνουν στο νοσοκομείο, έχουμε άλλο ένα απλό βιοδείκτη, μαζί με τα επίπεδα κορεσμού του οξυγόνου, για να μας βοηθάει να εντοπίζουμε ποιοι ασθενείς χρειάζεται να εισαχθούν άμεσα και ποιοι όχι. Έχοντας ένα πρώιμο δείκτη για το ποιοι ασθενείς μπορεί να επιδεινωθούν πιο γρήγορα, θα μας βοηθήσει να παρέχουμε το καλύτερο δυνατό επίπεδο φροντίδας», δήλωσε ο δρ Ντίλο. Όπως είπε, τα ευρήματα περί κορτιζόλης πρέπει να επιβεβαιωθούν από μια μεγαλύτερη κλινική μελέτη.

Στη μελέτη συμμετείχαν δύο ελληνικής καταγωγής επιστήμονες του Τμήματος Ενδοκρινολογίας του Imperial College, ο Αλέξανδρος Κομνηνός και η Μαρία Φυλακτού.

Η κατανάλωση γευμάτων αργά το βράδυ μπορεί να συμβάλει στην αύξηση του βάρους και του σακχάρου στο αίμα, σύμφωνα με μία μικρή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Endocrine Society’s Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism.

Πάνω από 2,1 δισεκατομμύρια εκτιμάται ότι είναι ο αριθμός των υπέρβαρων ή παχύσαρκων ενηλίκων παγκοσμίως, γεγονός που καθιστά πιθανότερα τα προβλήματα υγείας όπως ο διαβήτης και η υψηλή αρτηριακή πίεση. Κάποιες μελέτες δείχνουν ότι η κατανάλωση θερμίδων αργά μέσα στην ημέρα σχετίζεται με την παχυσαρκία και το μεταβολικό σύνδρομο.

«Η μελέτη αυτή δίνει νέα διάσταση στο πώς η κατανάλωση βραδινών γευμάτων επιδεινώνει την αντοχή στη γλυκόζη και μειώνει την ποσότητα του λίπους που καίγεται. Οι επιπτώσεις των βραδινών γευμάτων ποικίλουν σημαντικά ανάμεσα στους ανθρώπους και εξαρτώνται από τη συνήθη ώρα ύπνου, πράγμα που δείχνει ότι κάποιοι άνθρωποι μπορεί να είναι πιο ευάλωτοι από άλλους. Αν οι μεταβολικές επιδράσεις που παρατηρήσαμε με το ένα γεύμα γίνουν χρόνιες, τα βραδινά γεύματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συνέπειες όπως ο διαβήτης ή η παχυσαρκία», εξηγεί ο συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Jonathan C. Jun από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Johns Hopkins.

Οι ερευνητές μελέτησαν 20 υγιείς εθελοντές (10 άνδρες και 10 γυναίκες) για να διαπιστώσουν τον τρόπο με τον οποίο μεταβόλιζαν το δείπνο που καταναλώνεται μετά τις 10 το βράδυ σε σύγκριση με αυτό των 6 το απόγευμα. Όλοι οι εθελοντές πήγαιναν για ύπνο στις 11 το βράδυ. Οι ερευνητές, λοιπόν, βρήκαν ότι τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ήταν υψηλότερα και η ποσότητα του λίπους που κάηκε ήταν μικρότερη στην περίπτωση του βραδινού γεύματος, ακόμα και όταν και στις δύο περιπτώσεις καταναλώθηκαν τα ίδια τρόφιμα.

«Κατά μέσο όρο, το ανώτερο επίπεδο γλυκόζης μετά το βραδινό γεύμα ήταν σχεδόν 18% υψηλότερο και η ποσότητα λίπους που κάηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας ήταν μειωμένη κατά 10% συγκριτικά με την κατανάλωση ενός απογευματινού, τελευταίου γεύματος για την ημέρα. Οι επιπτώσεις που παρατηρήσαμε στους υγιείς εθελοντές μπορεί να είναι πιο σημαντικές σε ανθρώπους που πάσχουν από παχυσαρκία ή διαβήτη, οι οποίοι έχουν ήδη υποβαθμισμένο μεταβολισμό», εξηγεί ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Chenjuan Gu.

Αυτή δεν είναι η πρώτη μελέτη που δείχνει τις επιπτώσεις της κατανάλωσης φαγητού αργά το βράδυ, είναι, όμως, από τις πιο λεπτομερείς. Οι συμμετέχοντες φορούσαν μετρητές δραστηριότητας, υποβάλλονταν σε δειγματοληψία αίματος κάθε ώρα που έμεναν στο εργαστήριο, συμμετείχαν σε μελέτες ύπνου και εξετάσεις σωματικού λίπους καθώς και του ρυθμού καύσης του λίπους (οξείδωση).

«Χρειάζεται να κάνουμε περισσότερα πειράματα για να διαπιστώσουμε αν αυτές οι επιδράσεις συνεχίζονται με την πάροδο του χρόνου και αν προκαλούνται περισσότερο από τη συμπεριφορά (όπως ο ύπνος αμέσως μετά την κατανάλωση ενός γεύματος) ή από τον κιρκαδιανό ρυθμό του σώματος», καταλήγει ο Δρ. Jun.

Το βέβαιο πάντως είναι σύμφωνα με τους ερευνητές ότι όσο πιο νωρίς φάμε το δείπνο μας και σε όσο μεγαλύτερη απόσταση από την ώρα του ύπνου, κινδυνεύουμε λιγότερο από αύξηση του λίπους στο σώμα, καθώς και του σακχάρου στο αίμα.

Αυξημένο κίνδυνος σοβαρής Covid-19 και πρόωρου θανάτου αντιμετωπίζουν οι ασθενείς με πολύ υψηλά επίπεδα της ορμόνης του στρες κορτιζόλης, σύμφωνα με βρετανική μελέτη με ελληνική συμμετοχή.

 

Οι ασθενείς με Covid-19 που έχουν στο αίμα τους πολύ υψηλά επίπεδα της ορμόνης αυτής αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν γρήγορη επιδείνωση και να πεθάνουν από τη νόσο. 

Η μελέτη, όπως μεταδίδει το ΑΜΠΕ, δείχνει για πρώτη φορά ότι τα επίπεδα της κορτιζόλης αποτελούν βιοδείκτη πρόγνωσης για την εξέλιξη της νόσου, πράγμα το οποίο θα βοηθήσει να εντοπίζονται έγκαιρα οι ασθενείς που είναι πιθανότερο να χρειαστούν εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας και πιο επιθετική φαρμακευτική αγωγή.

Οι ερευνητές του Κολεγίου Imperial του Λονδίνου, με επικεφαλής τον καθηγητή ενδοκρινολογίας Γουόλτζιτ Ντίλο, που έκαναν τη  δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet Diabetes & Endocrinology», μελέτησαν 535 ασθενείς με ύποπτα συμπτώματα κορονοϊού, οι οποίοι είχαν εισαχθεί σε τρία λονδρέζικα νοσοκομεία και από τους οποίους οι 403 διαγνώστηκαν τελικά με Covid-19.

Η κορτιζόλη παράγεται στο σώμα ως απόκριση στις διάφορες πηγές στρες, όπως οι ασθένειες, πυροδοτώντας στη συνέχεια αλλαγές στο μεταβολισμό, στη λειτουργία της καρδιάς και στο ανοσοποιητικό σύστημα. Τα φυσιολογικά επίπεδα κορτιζόλης στους υγιείς και χωρίς στρες ανθρώπους είναι 100 έως 200 nm/L και σχεδόν μηδενικά στη διάρκεια του ύπνου.

Όταν οι ασθενείς έχουν πολύ χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης, αυτό μπορεί να αποβεί απειλητικό για τη ζωή τους. Από την άλλη, τα υπερβολικά υψηλά επίπεδα της ορμόνης αυτής στη διάρκεια μιας νόσου μπορεί να είναι εξίσου επικίνδυνα, αυξάνοντας τον κίνδυνο επιδείνωσης της λοίμωξης.

Η μελέτη διαπίστωσε αρχικά ότι τα επίπεδα κορτιζόλης στους ασθενείς με Covid-19 ήταν σημαντικά υψηλότερα, σε σχέση με όσους δεν είχαν τη νόσο, και έφθαναν έως 3.241 nm/L, πολύ πάνω από τα επίπεδα που υπάρχουν συνήθως μετά από μια σοβαρή χειρουργική επέμβαση (έως 1.000 nm/L). Επιπλέον, οι ασθενείς με επίπεδα κορτιζόλης κάτω του 744 επιβίωσαν κατά μέσο όρο για 36 μέρες, ενώ εκείνοι με επίπεδα άνω του 744 επιβίωσαν μόνο για 15 μέρες.

«Τώρα πλέον, όταν οι άνθρωποι φθάνουν στο νοσοκομείο, έχουμε άλλο ένα απλό βιοδείκτη, μαζί με τα επίπεδα κορεσμού του οξυγόνου, για να μας βοηθάει να εντοπίζουμε ποιοι ασθενείς χρειάζεται να εισαχθούν άμεσα και ποιοι όχι. Έχοντας ένα πρώιμο δείκτη για το ποιοι ασθενείς μπορεί να επιδεινωθούν πιο γρήγορα, θα μας βοηθήσει να παρέχουμε το καλύτερο δυνατό επίπεδο φροντίδας», δήλωσε ο δρ Ντίλο. Όπως είπε, τα ευρήματα περί κορτιζόλης πρέπει να επιβεβαιωθούν από μια μεγαλύτερη κλινική μελέτη.

Στη μελέτη συμμετείχαν δύο ελληνικής καταγωγής επιστήμονες του Τμήματος Ενδοκρινολογίας του Imperial College, ο Αλέξανδρος Κομνηνός και η Μαρία Φυλακτού.

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE