Η κατανάλωση γευμάτων αργά το βράδυ μπορεί να συμβάλει στην αύξηση του βάρους και του σακχάρου στο αίμα, σύμφωνα με μία μικρή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Endocrine Society’s Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism.

Πάνω από 2,1 δισεκατομμύρια εκτιμάται ότι είναι ο αριθμός των υπέρβαρων ή παχύσαρκων ενηλίκων παγκοσμίως, γεγονός που καθιστά πιθανότερα τα προβλήματα υγείας όπως ο διαβήτης και η υψηλή αρτηριακή πίεση. Κάποιες μελέτες δείχνουν ότι η κατανάλωση θερμίδων αργά μέσα στην ημέρα σχετίζεται με την παχυσαρκία και το μεταβολικό σύνδρομο.

«Η μελέτη αυτή δίνει νέα διάσταση στο πώς η κατανάλωση βραδινών γευμάτων επιδεινώνει την αντοχή στη γλυκόζη και μειώνει την ποσότητα του λίπους που καίγεται. Οι επιπτώσεις των βραδινών γευμάτων ποικίλουν σημαντικά ανάμεσα στους ανθρώπους και εξαρτώνται από τη συνήθη ώρα ύπνου, πράγμα που δείχνει ότι κάποιοι άνθρωποι μπορεί να είναι πιο ευάλωτοι από άλλους. Αν οι μεταβολικές επιδράσεις που παρατηρήσαμε με το ένα γεύμα γίνουν χρόνιες, τα βραδινά γεύματα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συνέπειες όπως ο διαβήτης ή η παχυσαρκία», εξηγεί ο συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Jonathan C. Jun από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Johns Hopkins.

Οι ερευνητές μελέτησαν 20 υγιείς εθελοντές (10 άνδρες και 10 γυναίκες) για να διαπιστώσουν τον τρόπο με τον οποίο μεταβόλιζαν το δείπνο που καταναλώνεται μετά τις 10 το βράδυ σε σύγκριση με αυτό των 6 το απόγευμα. Όλοι οι εθελοντές πήγαιναν για ύπνο στις 11 το βράδυ. Οι ερευνητές, λοιπόν, βρήκαν ότι τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ήταν υψηλότερα και η ποσότητα του λίπους που κάηκε ήταν μικρότερη στην περίπτωση του βραδινού γεύματος, ακόμα και όταν και στις δύο περιπτώσεις καταναλώθηκαν τα ίδια τρόφιμα.

«Κατά μέσο όρο, το ανώτερο επίπεδο γλυκόζης μετά το βραδινό γεύμα ήταν σχεδόν 18% υψηλότερο και η ποσότητα λίπους που κάηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας ήταν μειωμένη κατά 10% συγκριτικά με την κατανάλωση ενός απογευματινού, τελευταίου γεύματος για την ημέρα. Οι επιπτώσεις που παρατηρήσαμε στους υγιείς εθελοντές μπορεί να είναι πιο σημαντικές σε ανθρώπους που πάσχουν από παχυσαρκία ή διαβήτη, οι οποίοι έχουν ήδη υποβαθμισμένο μεταβολισμό», εξηγεί ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης, Δρ. Chenjuan Gu.

Αυτή δεν είναι η πρώτη μελέτη που δείχνει τις επιπτώσεις της κατανάλωσης φαγητού αργά το βράδυ, είναι, όμως, από τις πιο λεπτομερείς. Οι συμμετέχοντες φορούσαν μετρητές δραστηριότητας, υποβάλλονταν σε δειγματοληψία αίματος κάθε ώρα που έμεναν στο εργαστήριο, συμμετείχαν σε μελέτες ύπνου και εξετάσεις σωματικού λίπους καθώς και του ρυθμού καύσης του λίπους (οξείδωση).

«Χρειάζεται να κάνουμε περισσότερα πειράματα για να διαπιστώσουμε αν αυτές οι επιδράσεις συνεχίζονται με την πάροδο του χρόνου και αν προκαλούνται περισσότερο από τη συμπεριφορά (όπως ο ύπνος αμέσως μετά την κατανάλωση ενός γεύματος) ή από τον κιρκαδιανό ρυθμό του σώματος», καταλήγει ο Δρ. Jun.

Το βέβαιο πάντως είναι σύμφωνα με τους ερευνητές ότι όσο πιο νωρίς φάμε το δείπνο μας και σε όσο μεγαλύτερη απόσταση από την ώρα του ύπνου, κινδυνεύουμε λιγότερο από αύξηση του λίπους στο σώμα, καθώς και του σακχάρου στο αίμα.

Οι ασθενείς με κορωνοϊό που έχουν στο αίμα τους πολύ υψηλά επίπεδα της ορμόνης του στρες κορτιζόλης, αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν γρήγορη επιδείνωση και να πεθάνουν από τη νόσο, σύμφωνα με μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα, με τη συμμετοχή δύο ελληνικής καταγωγής ερευνητών της διασποράς

Η μελέτη δείχνει για πρώτη φορά ότι τα επίπεδα της κορτιζόλης αποτελούν βιοδείκτη πρόγνωσης για την εξέλιξη της νόσου, πράγμα το οποίο θα βοηθήσει να εντοπίζονται έγκαιρα οι ασθενείς που είναι πιθανότερο να χρειαστούν εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας και πιο επιθετική φαρμακευτική αγωγή.

 

Οι ερευνητές του Κολεγίου Imperial του Λονδίνου, με επικεφαλής τον καθηγητή ενδοκρινολογίας Γουόλτζιτ Ντίλο, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet Diabetes & Endocrinology», μελέτησαν 535 ασθενείς με ύποπτα συμπτώματα κορονοϊού, οι οποίοι είχαν εισαχθεί σε τρία λονδρέζικα νοσοκομεία και από τους οποίους οι 403 διαγνώστηκαν τελικά με Covid-19.

Η κορτιζόλη παράγεται στο σώμα ως απόκριση στις διάφορες πηγές στρες, όπως οι ασθένειες, πυροδοτώντας στη συνέχεια αλλαγές στο μεταβολισμό, στη λειτουργία της καρδιάς και στο ανοσοποιητικό σύστημα. Τα φυσιολογικά επίπεδα κορτιζόλης στους υγιείς και χωρίς στρες ανθρώπους είναι 100 έως 200 nm/L και σχεδόν μηδενικά στη διάρκεια του ύπνου.

Όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, όταν οι ασθενείς έχουν πολύ χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης, αυτό μπορεί να αποβεί απειλητικό για τη ζωή τους. Από την άλλη, τα υπερβολικά υψηλά επίπεδα της ορμόνης αυτής στη διάρκεια μιας νόσου μπορεί να είναι εξίσου επικίνδυνα, αυξάνοντας τον κίνδυνο επιδείνωσης της λοίμωξης.

Η μελέτη διαπίστωσε αρχικά ότι τα επίπεδα κορτιζόλης στους ασθενείς με Covid-19 ήσαν σημαντικά υψηλότερα, σε σχέση με όσους δεν είχαν τη νόσο, και έφθαναν έως 3.241 nm/L, πολύ πάνω από τα επίπεδα που υπάρχουν συνήθως μετά από μια σοβαρή χειρουργική επέμβαση (έως 1.000 nm/L). Επιπλέον, οι ασθενείς με επίπεδα κορτιζόλης κάτω του 744 επιβίωσαν κατά μέσο όρο για 36 μέρες, ενώ εκείνοι με επίπεδα άνω του 744 επιβίωσαν μόνο για 15 μέρες.

«Τώρα πλέον, όταν οι άνθρωποι φθάνουν στο νοσοκομείο, έχουμε άλλο ένα απλό βιοδείκτη, μαζί με τα επίπεδα κορεσμού του οξυγόνου, για να μας βοηθάει να εντοπίζουμε ποιοι ασθενείς χρειάζεται να εισαχθούν άμεσα και ποιοι όχι. Έχοντας ένα πρώιμο δείκτη για το ποιοι ασθενείς μπορεί να επιδεινωθούν πιο γρήγορα, θα μας βοηθήσει να παρέχουμε το καλύτερο δυνατό επίπεδο φροντίδας», δήλωσε ο δρ Ντίλο. Όπως είπε, τα ευρήματα περί κορτιζόλης πρέπει να επιβεβαιωθούν από μια μεγαλύτερη κλινική μελέτη.

Στη μελέτη συμμετείχαν δύο ελληνικής καταγωγής επιστήμονες του Τμήματος Ενδοκρινολογίας του Imperial College, ο Αλέξανδρος Κομνηνός και η Μαρία Φυλακτού.

Η περίοδος των πανελλαδικών εξετάσεων δεν αποτελεί πρόκληση μόνο για την ψυχολογία των μαθητών αλλά και για το σώμα τους, καθώς η πολύωρη μελέτη συχνά τους καταπονεί. Κάθε άλλο παρά σπάνια παραπονιούνται πως υποφέρουν από κούραση των ματιών, ξηροφθαλμία και πονοκέφαλο ενώ μπορεί να εκδηλώσουν θολωμένη όραση ή πόνο στον αυχένα και στους ώμους, επειδή βρίσκονται επί ώρες σκυμμένοι πάνω από τα βιβλία τους.

 

Οπως εξηγεί ο χειρουργός-οφθαλμίατρος δρ Αναστάσιος - Ι. Κανελλόπουλος, MD, καθηγητής Οφθαλμολογίας Πανεπιστημίου Νέας Υόρκης (NYU Medical School), η κόπωση των ματιών είναι συχνό φαινόμενο ανάμεσα στους μαθητές και τους φοιτητές που διαβάζουν πολλές ώρες. «Η κόπωση αποτελεί άμεση συνέπεια του πολύωρου διαβάσματος, ειδικά σε χώρο που δεν φωτίζεται σωστά, με οθόνες ακατάλληλες ή/και σε ένα περιβάλλον που δεν είναι εργονομικό» διευκρινίζει.

 

Η τουρκική λίρα άνοιξε... πόλεμο με τον Ερντογάν

 

 

Σημάδια κόπωσης

Στα... σημάδια της κόπωσης συμπεριλαμβάνονται ξηρότητα και κνησμός στα μάτια, τα οποία μπορεί να είναι κόκκινα ή ερεθισμένα. Μπορεί επίσης να αναπτυχθεί δακρύρροια, ευαισθησία στο φως, αίσθημα καύσου (κάψιμο) και δυσκολία στην εστίαση των ματιών. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να συνοδεύονται από πονοκεφάλους, πόνο στον αυχένα, τους ώμους ή τη ράχη, ακόμα και από δυσκολίες στον ύπνο και γενικευμένη καταπόνηση.

 

Τα προβλήματα αυτά συνήθως είναι παροδικά και υποχωρούν όταν σταματήσει το διάβασμα. Εντούτοις και όπως σημειώνει ο καθηγητής, «αν ένας μαθητής πάσχει ήδη από κάποια μικρού βαθμού διαθλαστική ανωμαλία (π.χ. μυωπία, αστιγματισμό) για την οποία δεν φορά διορθωτικά γυαλιά, η κόπωση των ματιών μπορεί να επέλθει πιο σύντομα και να είναι πιο έντονη. Ακόμα όμως κι αν ο μαθητής φορά διορθωτικά γυαλιά ή φακούς επαφής, μπορεί να την εκδηλώσει».

 

Ο ίδιος σημειώνει δε ότι ένας ακόμη επιβαρυντικός παράγοντας είναι και το γεγονός ότι όταν διαβάζουμε ή γράφουμε βλεφαρίζουμε πολύ λιγότερο απ' ό,τι όταν ασχολούμαστε με δραστηριότητες που επιτρέπουν στο βλέμμα να... ταξιδέψει μακριά. Μελέτες έχουν δείξει πως ειδικά όσοι διαβάζουν και γράφουν σε οθόνες βλεφαρίζουν πέντε φορές λιγότερο από το φυσιολογικό, με αποτέλεσμα να ξεραίνονται τα μάτια.

 

Παράλληλα εγκυμονεί και ο κίνδυνος επιδείνωσης της μυωπίας δεδομένου ότι οι μαθητές οι οποίοι συμμετέχουν στις Πανελλαδικές είθισται να έχουν αφιερώσει πολλούς μήνες ή και χρόνια στο πολύωρο διάβασμα. Ενδεικτικά αναφέρεται μελέτη που πραγματοποιήθηκε το 2014 από επιστήμονες στη Γερμανία, οι οποίοι μελέτησαν σχεδόν 4.700 εθελοντές, ηλικίας 35-74 ετών. Οπως προέκυψε από την ανάλυση των δεδομένων όσο περισσότερα χρόνια είχαν καθίσει στα θρανία οι εθελοντές τόσο πιθανότερο ήταν να πάσχουν από μυωπία. Από τους εθελοντές που είχαν τελειώσει την υποχρεωτική εκπαίδευση, μόνο το 24% είχε μυωπία. Σε όσους είχαν τελειώσει κάποια βασική επαγγελματική σχολή το αντίστοιχο ποσοστό ήταν περίπου 35%. Και σε όσους είχαν τελειώσει το πανεπιστήμιο ήταν 53%.

 

 

 

Πρακτικές οδηγίες

Ο πρώτος κανόνας είναι ο χώρος όπου διαβάζουν οι μαθητές να είναι καλά φωτισμένος καθώς τόσο το ημίφως όσο και το έντονο φως κουράζουν τα μάτια. Ο δρ Κανελλόπουλος συνιστά να μη βρίσκονται οι πηγές του φωτός πάνω από το κεφάλι των μαθητών, αλλά στο πλάι. Αν από το παράθυρο μπαίνει πολύ δυνατό φως, καλό είναι να μισοκλείνουν τα στόρια ή την κουρτίνα. Ο ίδιος δε προσθέτει:

 

 

 

* Να αποφεύγονται οι αντανακλάσεις στην οθόνη του υπολογιστή (π.χ. με κατάλληλη τοποθέτησή της ως προς τις πηγές φωτισμού). Αν αυτό δεν είναι εφικτό, καλό είναι να επενδύσουν σε κάποιο αντιθαμβωτικό προϊόν (οθόνη ή φίλτρο).

 

 

 

* Οσον αφορά την ένταση του φωτός, ιδανική είναι όποια δεν ενοχλεί τον μαθητή στο διάβασμά του.

 

 

 

* Δεν ενδείκνυται η μελέτη στη βεράντα ή άλλο υπαίθριο χώρο όταν έχει πολύ ήλιο.

 

 

 

* Ο μαθητής πρέπει να κάνει διάλειμμα κάθε 20 λεπτά για 20 δευτερόλεπτα. Στο διάστημα αυτό, πρέπει να κοιτάζει κάτι που θα βρίσκεται σε απόσταση τουλάχιστον 6 μέτρων (ιδανικά, να κοιτάζει τον ορίζοντα από το παράθυρο).

 

 

 

* Οι μαθητές πρέπει επίσης να έχουν τον νου τους για να βλεφαρίζουν συχνά, ώστε να διατηρούν καλά ενυδατωμένα τα μάτια τους.

 

 

 

* Είναι σημαντικό να μην κάθονται πολύ κοντά στην οθόνη ενώ πρέπει να χρησιμοποιούν μεγάλη γραμματοσειρά όταν γράφουν στο κομπιούτερ (ειδάλλως να αυξήσουν το ζουμ).

 

 

 

* Η σωστή στάση σώματος προϋποθέτει ίσια πλάτη και με το πάνω μέρος της οθόνης του υπολογιστή τους στο ίδιο επίπεδο με τα μάτια τους, ώστε να μην καμπουριάζουν.

Αυξημένο κίνδυνος σοβαρής Covid-19 και πρόωρου θανάτου αντιμετωπίζουν οι ασθενείς με πολύ υψηλά επίπεδα της ορμόνης του στρες κορτιζόλης, σύμφωνα με βρετανική μελέτη με ελληνική συμμετοχή.

 

Οι ασθενείς με Covid-19 που έχουν στο αίμα τους πολύ υψηλά επίπεδα της ορμόνης αυτής αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν γρήγορη επιδείνωση και να πεθάνουν από τη νόσο. 

Η μελέτη, όπως μεταδίδει το ΑΜΠΕ, δείχνει για πρώτη φορά ότι τα επίπεδα της κορτιζόλης αποτελούν βιοδείκτη πρόγνωσης για την εξέλιξη της νόσου, πράγμα το οποίο θα βοηθήσει να εντοπίζονται έγκαιρα οι ασθενείς που είναι πιθανότερο να χρειαστούν εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας και πιο επιθετική φαρμακευτική αγωγή.

Οι ερευνητές του Κολεγίου Imperial του Λονδίνου, με επικεφαλής τον καθηγητή ενδοκρινολογίας Γουόλτζιτ Ντίλο, που έκαναν τη  δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet Diabetes & Endocrinology», μελέτησαν 535 ασθενείς με ύποπτα συμπτώματα κορονοϊού, οι οποίοι είχαν εισαχθεί σε τρία λονδρέζικα νοσοκομεία και από τους οποίους οι 403 διαγνώστηκαν τελικά με Covid-19.

Η κορτιζόλη παράγεται στο σώμα ως απόκριση στις διάφορες πηγές στρες, όπως οι ασθένειες, πυροδοτώντας στη συνέχεια αλλαγές στο μεταβολισμό, στη λειτουργία της καρδιάς και στο ανοσοποιητικό σύστημα. Τα φυσιολογικά επίπεδα κορτιζόλης στους υγιείς και χωρίς στρες ανθρώπους είναι 100 έως 200 nm/L και σχεδόν μηδενικά στη διάρκεια του ύπνου.

Όταν οι ασθενείς έχουν πολύ χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης, αυτό μπορεί να αποβεί απειλητικό για τη ζωή τους. Από την άλλη, τα υπερβολικά υψηλά επίπεδα της ορμόνης αυτής στη διάρκεια μιας νόσου μπορεί να είναι εξίσου επικίνδυνα, αυξάνοντας τον κίνδυνο επιδείνωσης της λοίμωξης.

Η μελέτη διαπίστωσε αρχικά ότι τα επίπεδα κορτιζόλης στους ασθενείς με Covid-19 ήταν σημαντικά υψηλότερα, σε σχέση με όσους δεν είχαν τη νόσο, και έφθαναν έως 3.241 nm/L, πολύ πάνω από τα επίπεδα που υπάρχουν συνήθως μετά από μια σοβαρή χειρουργική επέμβαση (έως 1.000 nm/L). Επιπλέον, οι ασθενείς με επίπεδα κορτιζόλης κάτω του 744 επιβίωσαν κατά μέσο όρο για 36 μέρες, ενώ εκείνοι με επίπεδα άνω του 744 επιβίωσαν μόνο για 15 μέρες.

«Τώρα πλέον, όταν οι άνθρωποι φθάνουν στο νοσοκομείο, έχουμε άλλο ένα απλό βιοδείκτη, μαζί με τα επίπεδα κορεσμού του οξυγόνου, για να μας βοηθάει να εντοπίζουμε ποιοι ασθενείς χρειάζεται να εισαχθούν άμεσα και ποιοι όχι. Έχοντας ένα πρώιμο δείκτη για το ποιοι ασθενείς μπορεί να επιδεινωθούν πιο γρήγορα, θα μας βοηθήσει να παρέχουμε το καλύτερο δυνατό επίπεδο φροντίδας», δήλωσε ο δρ Ντίλο. Όπως είπε, τα ευρήματα περί κορτιζόλης πρέπει να επιβεβαιωθούν από μια μεγαλύτερη κλινική μελέτη.

Στη μελέτη συμμετείχαν δύο ελληνικής καταγωγής επιστήμονες του Τμήματος Ενδοκρινολογίας του Imperial College, ο Αλέξανδρος Κομνηνός και η Μαρία Φυλακτού.

Κάθε γυναίκα γνωρίζει πολύ καλά το δέρμα της και έχει τις δικές της προτιμήσεις, στα skincare αλλά και makeup προϊόντα.

 

Το πρώτο κριτήριο επιλογής προϊόντων είναι οι ανάγκες που έχει το δέρμα και ύστερα τι ταιριάζει στη κάθε μια, ποια υφή, ποιο άρωμα, ποια σύσταση που συνεπάγεται με το πόσο απορροφήσιμο είναι το προϊόν.

 

Στο skincare τομέα, τα περισσότερα προϊόντα έχουν κρεμώδη υφή. Ωστόσο υπάρχουν και γυναίκες που δε θέλουν να εφαρμόζουν κρέμες, προτιμούν προϊόντα σε μορφή λαδιού, νερού, gel, powder.

 

Η εναλλακτική πρόταση στο must, καλοκαιρινό skincare προϊόν, το αντηλιακό, είναι αρκετά πρακτική.

 

Τα αντηλιακά σε μορφή πούδρας είναι η εναλλακτική πρόταση των κρεμώδη. Προσφέρουν εξίσου ισχυρή αντηλιακή προστασία-ανάλογα με το δείκτη SPF που θα επιλέξουμε- ενώ παράλληλα χαρίζουν ομοιόμορφη βάση προσώπου.

 

Τα αντηλιακά σε μορφή πούδρας μπορούν να προσφέρουν πλήρη κάλυψη προσώπου ή φυσικό αποτέλεσμα.

 

Για το natural look επιλέγουμε διάφανη πούδρα, ενώ για ενισχυμένη βάση full coverage.

 

Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το συγκεκριμένο προϊόν ακόμα και για το βραδινό μας look. Με άλλα λόγια το χρησιμοποιούμε ως προϊόν βάσης και εκμεταλλευόμαστε τις πρωινές ώρες, την SPF προστασία που προσφέρει.

 

bovary.gr

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE