Με τον υδράργυρο να «σκαρφαλώνει» κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, αυξάνονται σημαντικά και οι περιπτώσεις ασθενειών που σχετίζονται με την θερμότητα. Αν ειδικά παθαίνετε τώρα το καλοκαίρι κράμπες, πιθανότατα να μην υπάρχει κάποιος λόγος ανησυχίας.

Εμφανίζονται συχνότερα αυτήν την περίοδο, επειδή η ζέστη επηρεάζει την ομαλή κυκλοφορία του αίματος. Μπορεί από την άλλη, να σας «πιάσουν» όταν κολυμπάτε στην θάλασσα για πολύ ώρα και με έντονο ρυθμό, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια. Στην πλειονότητά τους δεν φαίνεται να υποκρύπτουν κάποιο ζήτημα υγείας και μπορεί κανείς να απαλλαγεί εύκολα από αυτές.

Τι είναι οι κράμπες θερμότητας;

Οι κράμπες θερμότητας αποτελούν μία από τις λιγότερο σοβαρές ασθένειες που σχετίζονται με τις υψηλές θερμοκρασίες και συνήθως προκύπτουν από την αδυναμία του σώματος να προσαρμοστεί στις υψηλότερες θερμοκρασίες. Περιγράφονται συνήθως ως επώδυνοι, ακούσιοι σπασμοί συγκεκριμένου μυός και τείνουν να εμφανίζονται κατά την διάρκεια έντονης άσκησης σε ζεστά περιβάλλοντα. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί να εμφανιστούν μόνο σε αθλητές ή κατόπιν μιας έντονης προπόνησης. Οι κράμπες μπορεί να εμφανισθούν κατά την διάρκεια ή και μετά από οποιαδήποτε έντονη δραστηριότητα σε ζεστό περιβάλλον για αυτό και ορισμένοι άνθρωποι εμφανίζουν, καθώς κολυμπούν.

Ποια είναι τα συμπτώματα;

Τα συμπτώματα συνήθως περιλαμβάνουν μυϊκές κράμπες, πόνο ή και σπασμούς στην κοιλιά, τα πόδια ή και τα χέρια. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι κράμπες θερμότητας αφορούν μόνο τους σκελετικούς μύες και ότι δεν υπάρχει εμπλοκή οποιουδήποτε άλλου συστήματος στο σώμα. Πριν την έναρξη της θερμικής κράμπας, ενδεχομένως να εμφανιστούν στιγμιαίοι σπασμοί ή και σφίξιμο στην συγκεκριμένη περιοχή. Στην περίπτωση που αισθανθείτε κάτι παρόμοιο, θα ήταν καλό να ξεκουραστείτε και να πιείτε άφθονο δροσερό νερό για να ενυδατωθείτε, καθώς η ενυδάτωση σε συνδυασμό με την χαλάρωση μπορεί να αποτρέψει την κράμπα από το να εμφανιστεί.

Πρόληψη και θεραπεία

Οι κράμπες θερμότητες είναι σχετικά εύκολο να αποφευχθούν. Ένας απλός τρόπος είναι η διατήρηση ισορροπημένων επιπέδων ηλεκτρολύτη και ενυδάτωσης πριν, κατά την διάρκεια αλλά και μετά την φυσική άσκηση ή την έντονη σωματική δραστηριότητα. Μην εκτίθεστε πολλές ώρες στη ζέστη και στον ήλιο ή στο πολύ κρύο. Πριν πέσετε για ύπνο, κάντε αρκετές διατάσεις στα πόδια σας, για να τονώσετε την κυκλοφορία του αίματος. Στην περίπτωση που θα περάσετε πολλές ώρες εκτός σπιτιού και θα είστε δραστήριοι, πιείτε άφθονο νερό και καταναλώστε τρόφιμα με αλάτι. Αν αρχίσετε να αισθάνεστε κράμπες τότε θα ήταν καλό να σταματήσετε αυτό που κάνετε και να χαλαρώσετε. Στην συνέχεια τεντωθείτε λίγο και πιείτε άφθονο νερό για να ενυδατωθείτε.

.vita.gr

Τα αντικαταθλιπτικά δεν είναι αθώα χάπια που μπορούμε να τα παίρνουμε όπως θα παίρναμε χωρίς δεύτερη σκέψη ένα παυσίπονο επειδή π.χ. έχουμε πονοκέφαλο.

Ούτε αποτελούν τη γρήγορη λύση για κάποιον που βιώνει δυσκολίες, όσο και αν η λήψη τους φαντάζει ελκυστική. «Τα αντικαταθλιπτικά δεν είναι πανάκεια» τονίζει η Δρ. Jane Erb, ψυχίατρος, καθηγήτρια ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Harvard και διευθύντρια του προγράμματος Συμπεριφορικής Υγείας στο Πρόγραμμα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας στο νοσοκομείο Brigham and Women’s Hospital.

«Καμία επιστημονική απόδειξη δεν έχει αποκλείσει ότι τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα που λαμβάνονται για σύντομο χρονικό διάστημα θα μπορούσαν να αποτρέψουν κάποια μελλοντική υποτροπή στην περίπτωση άγχους, όπως η διαταραχή μετατραυματικού στρες» επισημαίνει η ειδικός.

Άλλωστε για να δράσει η αντικαταθλιπτική αγωγή απαιτούνται 2-4 εβδομάδες και ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για τον απαιτούμενο χρόνο εμφάνισης θεραπευτικού αποτελέσματος.

Τι άλλο πρέπει να γνωρίζουμε σε ότι αφορά την αγωγή με αντικαταθλιπτικά:

    δεν γίνεται να τα ξεκινά κανείς και να τα διακόπτει κατά τη βούλησή του – αυτό το ρυθμίζει ο γιατρός
    μπορεί να είναι αναποτελεσματικά για ήπια καταθλιπτικά επεισόδια – έχει φανεί ότι δρουν κυρίως σε σοβαρά περιστατικά κατάθλιψης
    χρειάζονται χρόνο για να δράσουν, τουλάχιστον έξι εβδομάδες για τους περισσότερους ανθρώπους,
    πιθανώς να χρειαστεί αναπροσαρμογή της δόσης, κάτι που θα ρυθμίσει ο γιατρός
    όπως κάθε φάρμακο, τα αντικαταθλιπτικά δεν έρχονται χωρίς πιθανές παρενέργειες, οι οποίες περιλαμβάνουν από ναυτία και στυτική δυσλειτουργία, αύξηση του σωματικού βάρους και διαταραχές στον ύπνο, μέχρι επιδείνωση συμπτωμάτων όπως το άγχος και η θλίψη. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται γι αυτά ώστε να μην απογοητεύεται όταν εμφανιστούν.


    η απότομη διακοπή του φαρμάκου μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα στέρησης όπως έντονη κατάθλιψη, κόπωση, ευερεθιστότητα, διάρροια, αϋπνία, ζάλη.

Και αν πράγματι πρόκειται για κατάθλιψη;

Μπορείτε και πρέπει να συζητήσετε με τον γιατρό σας σε περίπτωση που νιώθετε  υπερβολική θλίψη ή άγχος σε μια δύσκολη περίοδο. Τα αντικαταθλιπτικά μπορεί να αποτελούν μια θεραπεία, όχι απαραιτήτως την πρώτη επιλογή. «Θυμηθείτε ότι η θλίψη μπορεί να είναι μια υγιής αντίδραση», σημείωσε η Δρ. Erb, αναφερόμενη στη σημασία της αξιολόγησης μιας κατάστασης. Για μια κατάθλιψη παροδικού χαρακτήρα, επί παραδείγματι, παρεμβάσεις για τη βελτίωση του ύπνου, την αύξηση της αθλητικής δραστηριότητας και υιοθέτηση υγιεινών διατροφικών συνηθειών θα μπορούσαν να βοηθήσουν.

Για την Δρ. Erb, ένας άνθρωπος με βαθιά θλίψη και αίσθημα απελπισίας που τον κάνουν να σκέφτεται πως θα ήταν καλά να μην ξυπνήσει την επόμενη ημέρα, πιθανώς χρήζει φαρμακευτικής αγωγής, έστω και αν πρόκειται για προσωρινή κατάθλιψη. Το ίδιο και στην περίπτωση κάποιου που δεν παρατήρησε διαφορά παρά τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και την ψυχοθεραπεία.

Πόσο μπορεί να διαρκέσει η αντικαταθλιπτική αγωγή;

Μετά την άμβλυνση των συμπτωμάτων, ξεκινά ένα «ρολόι θεραπείας».  Θα πρέπει να μην υπάρχουν συμπτώματα για έξι έως εννέα μήνες προτού γίνει κάποια μείωση στη δόση του φαρμάκου,  ενώ είναι στην ευχέρεια του γιατρού να αποφασίσει αν πρέπει να γίνει διακοπή της αγωγή ή συντήρηση με μικρότερη δόση.

Ένα κλειδί για να ενισχύσετε την αποτελεσματικότητα της αγωγής, είναι η επιστροφή στις δραστηριότητες που σας δίνουν σκοπό και σας προσφέρουν ευχαρίστηση.

Καλύτερη κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη και συμπεριφορά φαίνεται πως έχουν τα μικρά παιδιά που ζουν σε σπίτια με κατοικίδια σκυλιά σε σχέση με παιδιά, η οικογένεια των οποίων δεν έχει σκύλο, σύμφωνα με μία νέα αυστραλιανή επιστημονική έρευνα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την αναπληρώτρια καθηγήτρια Χέιλι Κρίστιαν του Πανεπιστημίου της Δυτικής Αυστραλίας, που έκαναν τη δημοσίευση στο παιδιατρικό περιοδικό «Pediatric Research», μελέτησαν στο πλαίσιο της μελέτης PLAYCE (Play Spaces and Environments for Children's Physical Activity) 1.646 νοικοκυριά -εκ των οποίων τα 686 (42%) είχαν σκύλο- όπου ζούσαν παιδιά ηλικίας δύο έως πέντε ετών.

Διαπιστώθηκε, όπως σημειώνει το ΑΜΠΕ, ότι όσα παιδιά ζούσαν σε σπίτι με σκύλο ήταν 23% λιγότερο πιθανό να έχουν δυσκολίες στη συναισθηματική έκφραση και στις κοινωνικές επαφές τους, σε σχέση με τα παιδιά χωρίς κατοικίδιο στην οικογένειά τους. Επίσης, τα παιδιά με σκύλο είχαν 30% μικρότερη πιθανότητα αντικοινωνικής συμπεριφοράς, 40% μικρότερη πιθανότητα προβλημάτων στις σχέσεις τους με άλλα παιδιά, καθώς επίσης 34% μεγαλύτερη πιθανότητα να επιδεικνύουν θετικές συμπεριφορές, όπως το μοίρασμα με τους άλλους.

Τα παιδιά που συμμετέχουν με την υπόλοιπη οικογένεια τους στις βόλτες με τον σκύλο τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα είναι 36% λιγότερο πιθανό να εμφανίσουν κακή κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη. Επίσης, τα παιδιά που παίζουν με τον οικογενειακό σκύλο τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα είναι 74% πιο πιθανό να έχουν θετική και αλληλέγγυα συμπεριφορά προς τους άλλους.

«Μολονότι περιμέναμε ότι η κατοχή ενός σκύλου θα παρείχε ορισμένα οφέλη για τα μικρά παιδιά, εκπλαγήκαμε που βρήκαμε ότι ακόμη και η απλή παρουσία ενός οικογενειακού σκύλου σχετίζεται με τόσες πολλές θετικές συμπεριφορές και συναισθήματα» δήλωσε η δρ Κρίστιαν. «Τα ευρήματα μας δείχνουν ότι η ιδιοκτησία σκύλου μπορεί να ωφελήσει την ανάπτυξη των παιδιών και την ψυχική ισορροπία τους, κάτι που, όπως εικάζουμε, πιθανώς οφείλεται στον δεσμό που αναπτύσσεται ανάμεσα στα παιδιά και στα σκυλιά», πρόσθεσε.

Στη δημιουργία εμβολίου για τη νόσο COVID-19 εστιάζουν οι γιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Ιωάννης Ντάνασης, Μαρία Γαβριατοπούλου και Θάνος Δημόπουλος, καθηγητής Θεραπευτικής και πρύτανης ΕΚΠΑ τονίζοντας πως «οι γνώμες των ειδικών διίστανται ως προς τον χρονικό ορίζοντα ανάπτυξής του».

«Το πιο αισιόδοξο σενάριο είναι για τα τέλη του χρόνου, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι απέχουμε 12 έως 18 μήνες για ευρέως διαθέσιμο εμβόλιο. Οι πρώτες ενδείξεις είναι αρκετά ενθαρρυντικές, ωστόσο απαιτούνται ορισμένες προϋποθέσεις που καθιστούν δύσκολη την ακριβή πρόβλεψη για το πότε το εμβόλιο θα είναι διαθέσιμο.

Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται:

Η δυνατότητα του εμβολίου να παράγει αντισωματική απάντηση για επαρκές χρονικό διάστημα (για παράδειγμα, χρονικό διάστημα 3 μηνών δεν κρίνεται επαρκές).

Η ολοκλήρωση των απαραίτητων ελέγχων, ώστε να διασφαλιστούν η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του εμβολίου.

Ακολούθως η δυνατότητα μαζικής παραγωγής σε ευρεία κλίμακα, ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες σε παγκόσμια κλίμακα.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και όπως μεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων 17 υποψήφια εμβόλια για τον κορονοϊό βρίσκονται υπό αξιολόγηση σε κλινικές μελέτες. Σημειώνεται, ότι είναι ενεργείς αρκετές μελέτες φάσης 1 και 2, καθώς και δύο κλινικές μελέτες φάσης 3, οι οποίες εφόσον δείξουν θετικά αποτελέσματα θα οδηγήσουν πιθανότατα σε σχετική έγκριση του εμβολίου από τις εγκριτικές Αρχές.

Επιπλέον, τουλάχιστον 132 υποψήφια εμβόλια βρίσκονται υπό αξιολόγηση σε προκλινικές μελέτες. Κάποια από αυτά βασίζονται σε τεχνολογίες DNA ή RNA, δηλαδή παράγουν τμήματα του ιού μετά τον εμβολιασμό μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό, ώστε να ενεργοποιηθεί το ανοσοποιητικό σύστημα. Ορισμένα βασίζονται σε ανασυνδυασμένες υπομονάδες που περιέχουν ιικούς επίτοπους, ενώ άλλα βασίζονται σε φορείς με βάση απενεργοποιημένο αδενοϊό και άλλα σε χορήγηση κεκαθαρμένου αδρανοποιημένoυ ιού.

Το στέλεχος του νέου κορωνοϊού που προκαλεί στην παρούσα φάση τα περισσότερα κρούσματα ανά την υφήλιο είναι πολύ πιο μολυσματικό από εκείνο που πρωτοεμφανίστηκε στην Κίνα, σύμφωνα με μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Cell.

Τα αποτελέσματα της έρευνας που βασίστηκε σε εργαστηριακές αναλύσεις, αλλά δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί, υποδεικνύουν ότι η τρέχουσα μετάλλαξη του κορωνοϊού με τα πάνω από 11 εκατ. κρούσματα παγκοσμίως μεταδίδεται πολύ πιο εύκολα μεταξύ των ανθρώπων σε σχέση με το προηγούμενο στέλεχος του SARS-CoV-2.

 

«Πιστεύω ότι τα δεδομένα δείχνουν ότι υπάρχει μία μετάλλαξη που βοηθά τον ιό να αναπαράγεται καλύτερα και ίσως να έχει υψηλό ιικό φορτίο«, δήλωσε ο κορυφαίος Αμερικανός επιδημιολόγος Άντονι Φάουτσι στο Journal of the American Medical Association σχετικά με τη νέα μελέτη. «Δεν έχουμε κάποια σύνδεση αναφορικά με το αν ένα άτομο τα πάει χειρότερα μ’ αυτό. Φαίνεται απλώς ότι ο κορωνοϊός αναπαράγεται καλύτερα και ίσως είναι πιο μολυσματικός, αλλά βρισκόμαστε ακόμη στο στάδιο της προσπάθειας επιβεβαίωσης», τόνισε.

Τρεις έως έξι φορές πιο μολυσματικό το νέο στέλεχος του κορωνοϊού

Στην έρευνα συνεργάστηκαν ειδικοί από το Los Alamos National Laboratory στο Νέο Μεξικό, από το Πανεπιστήμιο Ντιουκ στη Βόρεια Καρολίνο καθώς και με ερευνητές του βρετανικού Πανεπιστημίου Σέφιλντ. Κι όπως ανακάλυψαν η τρέχουσα παραλλαγή του κορωνοϊού, η D614G, κάνει μια μικρή, αλλά σημαντική αλλαγή, στην πρωτεϊνη που εξέχει από την επιφάνειά του και την οποία χρησιμοποιεί για να εισβάλλει και να μολύνει τα ανθρώπινα κύτταρα.

Μετά από επικρίσεις που διατυπώθηκαν για το αρχικό πόρισμα της έρευνας τον Απρίλιο, η ομάδα των ερευνητών προχώρησε σε πρόσθετα πειράματα αναλύοντας δεδομένα 999 Βρετανών ασθενών, που νοσηλεύονταν με Covid-19 και παρατήρησαν ότι όσοι είχαν μολυνθεί από το νέο στέλεχος είχαν περισσότερα σωματίδια του ιού στους οργανισμούς τους, χωρίς ωστόσο αυτό να επηρεάζει τη σοβαρότητα της νόσου. Εργαστηριακά πειράματα, στο μεταξύ, έδειξαν ότι η μετάλλαξη αυτή είναι τρεις έως και έξι φορές ικανότερη στο να μολύνει ανθρώπινα κύτταρα.

  1. ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
  2. LIFE STYLE